φόβος

by οβροχοποιός

Η αρχή έγινε όταν πάτησε το σκουλήκι.

Όλη του η ζωή συμπυκνώθηκε σε  μια στιγμή κι ο χώρος έγινε μια σπιθαμή κάτω από το βήμα,  κάνοντας αυτό  το κρακ να μοιάζει σαν ο ήχος της αποδόμησης του κόσμου του. Για πρώτη φορά σκέφθηκε  πως όλα γύρω του είχαν ζωή, κι αν όπως ήλπιζε ήταν σημαντική η δικιά του, το ίδιο σημαντική ήταν και των κομματιών του σκουληκιού που ζωγράφιζαν καφέ την άσφαλτο. Η σκέψη έφερε την αμφιβολία κι ύστερα πλάι τις έφτασε  ο φόβος. Φοβόταν ότι σε κάθε βήμα θα πατήσει ένα ακόμη σκουλήκι, ένα μυρμήγκι, μία πασχαλίτσα κι έτσι, σέρνοντας το βλέμμα στο έδαφος για να διακρίνει την κάθε αμελητέα κίνηση, το βήμα άρχισε να  βραδαίνει ώσπου έγινε τρίκλισμα.

Δεν περπατούσε πάντα έτσι. Παλιότερα βάδιζε σίγουρος, πεπεισμένος ότι  η ευτυχία του, κι αν όχι η ευτυχία, τουλάχιστον η επιβίωση, εξαρτιόνταν από τον ίδιο. Αυτός και μόνο αυτός ήταν ο υπαίτιος που είχε κερδίσει μια καλή δουλειά,  ένα ευρύχωρο σπίτι και τον έρωτα μιας γυναίκας. Και δεν μπορούσε να ήταν διαφορετικά, τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά κι είχε παλέψει σχεδόν 40 χρόνια για χάρη τους. Ότι τα χε καταφέρει, δεν ήταν λοιπόν παρά θεία δίκη, λογική συνέπεια κι επικύρωση της σπουδαιότητάς του.

Η παραπάνω πεποίθηση άρχιζε να γκρεμίζεται την μέρα που πείστηκε ότι έγινε ακλόνητη. Στην αρχή έχασε την δουλειά. Τον κάλεσαν σ’ ένα γραφείο, γκρι, τακτοποιημένο κι άψυχο, όπου τον ενημέρωσαν κενά κοστούμια ότι για λόγους ανωτέρας βίας, που επ’ ουδενί είχαν να κάνουν με την επαγγελματική του ευσυνειδησία κι απόδοση όλα αυτά τα χρόνια, αλλά με το γεγονός ότι οι καταναλωτές σε κάποια άλλη  μεριά του κόσμου στράφηκαν σε καινούργια προϊόντα, η εταιρία, ένεκα ανταγωνιστικότητας, αναγκαζόταν να προβεί σε απολύσεις.

Ύστερα έχασε την γυναίκα. Σ’ ένα μικρό καφέ, πάνω από δύο ανέγγιχτα γλυκά και πορφυρές χαρτοπετσέτες, του ζήτησε συγνώμη αλλά δεν είχε άλλη επιλογή από το να χωρίσουν. Δεν ήταν κάποιο ιδιαίτερο φταίξιμο δικό του- της στάθηκε πιστός σύντροφος για χρόνια, ασφαλώς ούτε και δικό της, απλά αυτό που είχαν έκανε τον κύκλο του και τέλειωσε.

Το σπίτι το χασε λίγο αργότερα. Δεν ήταν δικό του φταίξιμο, ο τραπεζικός υπάλληλος τον διαβεβαίωσε παραδίδοντάς του την απόφαση κατάσχεσης. Πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου για χρόνια, μέχρι την στιγμή που και η πρώην γυναίκα του αποφάσισε να μην πληρώνει το δικό της μερίδιο και αντ΄ αυτού να επενδύσει σε μια νέα κοινή κρυψώνα με διαφορετικό αυτή την φορά συγκάτοικο. Αν ήταν στο χέρι του, ο υπάλληλος ψέλλισε, θα παρέβλεπε την τωρινή κατάσταση, αλλά δεν ήταν. Κάποιοι χωρίς πρόσωπο μέσω ενός κομπιούτερ, έστελναν νούμερα, απαιτήσεις, διαταγές στις οποίες δεν μπορούσε παρά να υπακούσει.

Πέρασε  ένας  χρόνος περίπου από τότε. Είναι ακόμη χωρίς δουλειά, συντροφιά και σπίτι. Τις μέρες κρύβεται σε τηλεφωνικούς θαλάμους κι ερειπωμένα εργοστάσια, και  τις νύχτες  ψαχουλεύει στο σκοτάδι λίγες στιγμές ύπνου δωροδοκώντας τους δαίμονες με σκόρπιες, σπασμωδικές ελπίδες.  Ξυπνάει, νιώθοντας βέβαιος πως σε τούτο τον κόσμο δεν γεννήθηκε για να επιλέγει μόνος. Στην πλάτη νιώθει γερά περασμένα νήματα και όσο και αν ψάχνει δεν βλέπει που καταλήγουν. Κάπου αλλού, κάποιος άλλος κρατάει τις λαβές κι αυτός είναι μια ακόμη μαριονέτα που αναζητά σκοπό περιφερόμενη κάτω από τον ήλιο και τα νήματα. Προσδοκώντας σε μια κάποια δεξιότητα και ευσπλαχνία του μαριονετίστα.

Έτσι, πλημυρισμένος έλεος και προλήψεις, σε κάθε τρέκλισμα σκέφτεται τα μυρμήγκια, τα σκουλήκια, τις πασχαλίτσες που μπορεί να κινούνται αμέριμνές κάτω από την φτέρνα του, κουβαλώντας ζωή που άδικο είναι να χαραμιστεί από ένα δικό του απρόσεχτο βήμα. Του φαίνεται αδιανόητο να θυσιάζει ζωές μικρών εντόμων μόνο και μόνο γιατί αυτός φιλοδοξεί να περπατήσει. Και κουρασμένος να τρεκλίζει φορτωμένος των ξένων ζωών την ευθύνη, σιωπηρά ικετεύοντας αυτόν που ταράσσει τα δικά του νήματα να φανεί το ίδιο φιλεύσπλαχνος όπως αυτός με τα μυρμήγκια, σήμερα, αντικρίζοντας το χάραμα, σταμάτησε, έθαψε τα πόδια στο χώμα, κι έμεινε ακίνητος για πάντα. Έγινε δέντρο. Δεν φοβάται πια$

Advertisements