Χριστουγεννιάτικη ιστορία

by οβροχοποιός

Ήταν Χριστούγενα. Δεν θυμάμαι τι έκανα- λογικά δεν έκανα τίποτα, όταν άκουσα χτύπους στην πόρτα. Άνοιξα. Το πρόσωπό του είχε γίνει κίτρινο της ώχρας, και τραύλιζε, δεν μπορούσε να βγάλει λέξη. Γνώριμη κατάσταση. Έτσι πάντα έκανε όταν ήταν να μου ζητήσει δανεικά, με χίλιους όρκους, κάποιες φορές και κλάματα, πως θα τα γυρίσει με το πρωτο ξημερωμα και που πάντα έμεναν αγύριστα.

Μόνο που αυτή την φορά δεν είχε έρθει για δανεικά. Ήξερε πως δεν είχα μία κι ούτως ή άλλως πλέον μάθαινα είχε πλουσιότερους φίλους να φιλοφρονήσει, να ικετέψει και να δανειστεί.

Αφού με ρώτησε τραυλίζοντας τι κάνω, πως είμαι και που έχω χαθεί, μου είπε πως θέλει να μου μιλήσει για κάτι σοβαρό. Κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στο πλαστικό δέντρο με τα φωτάκια, παγωμένος σαν να επισκέπτεται καινούργιο κωμωτήριο, παππά να εξομολογηθεί, σαν παρθένο χωριατόπαιδο σε σαλονάκι μπουρδέλου. Του το είπα.

Έκανε πως γέλασε. Η αλήθεια είναι, είπε, κάτι θέλω να σου εξομολογηθώ.

Περίμενε να πάρω δυο μπίρες, είπα, τις άνοιξα, του δωσα την μία, και απλώθηκα στην καρέκλα περίεργος ν’ ακούσω την εξομολόγησή του.

Ήπια μια γουλιά, αυτός άφησε την δικιά του ξανά στο τραπεζάκι χωρίς να πιει σταγόνα και ξεκίνησε μ’ έναν αναστεναγμό. Κι ύστερα ψέλισσε.

Ξέρεις, θέλω καιρό να σε βρω και να σου μιλήσω αλλά κάπου κόλλαγα, φοβόμουν πως θα το πάρεις, είπε και ξαναστέναξε.

Βαριόμουν τους προλόγους, τους αναστεναγμούς, τα μισόλογα, αλλά ίσως όλα αυτά να ταν αναγκαίο κακό μιας κρυμμένης αλήθειας· το κλισέ πρελούδιο ενός δράματος, όμοιο με χάδια πριν τον έρωτα, το τανγκό της αστραπής με την καταιγίδα.

Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω είπε. Είναι δύσκολο.

Ξεκίνα από την αρχή, είπα, έχω χρόνο. Ή ξεκίνα απ’ το τέλος, πες μου τι θέλεις και τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε στην πορεία.

Ορκίσου δεν θα το πάρεις στραβά, ό,τι και να σου πω.

Περίεργος να δω τι με θέλει, του ορκίστηκα, αν και ήξερα ότι ο όρκος μου δεν είχε σημασία. Ποτέ δεν είχε. Αν κάτι μου καθόταν στραβά θα το παιρνα στραβά, δεν γινόταν αλλιώς, δεν στραβωνα απο λογική, στράβωνα γιατι φούσκωνε το αίμα και φούσκωναν οι φλεβες στο κρανίο και μαύριζε ο κόσμος, δεν υπήρχε αντίδοτο.

Αναστέναξε ακόμη μια φορά. Τελικά μίλησε.

Ξέρω θα σου φανεί άσχημο, αλλά εδώ και κανα δυο εβδομάδες βρισκόμαστε με την ….

Δηλαδή;

Είμαστε κάτι σαν ζευγάρι. Περίπου.

Απλά πηδιόσαστε δηλαδή.

Κάπως έτσι.

Οκ.

Τι οκ;

Οκ, κουλ, δεν τρέχει τίποτα κτλ.

Καλά εσύ δεν έλεγες πως ήσουν τέρμα ερωτευμένος μαζί της;

Ήμουν, χωρίσαμε, πρέπει να ναι κανά μήνας τώρα. Θα στο πε.

Και;

Τι και; Έβρισα, μέθυσα, έμεινα μια βδομάδα άυπνος, άκουγα ράδιο και μυξόκλαιγα, κοίταγα το τηλέφωνο αν μου στείλε μήνυμα ότι μ’ αγαπάει, μ΄ έχει ανάγκη και θέλει να βρεθούμε, μήνυμα τέτοιο δεν ήρθε, ο ιός έκανε τον κύκλο του, πέρασε. Τον κόλλησαν άλλοι.

Δεν μου κρατάς κακία;

Ακόμη μου χρωστάς.

Μόνο αυτό;

Μόνο αυτό. Το ότι πηδιέστε με την…. δεν μου κάνει μία. Κι εγω από άλλον την πήρα, και σένα αλλος θα στην πάρει. Έτσι πάνε αυτά. Θέλεις δεν θέλεις, Φταίει ο Θεός, φταίει ο Δαρβίνος, δεν έχω ιδέα αλλά έτσι γίνεται.

Έλεγα ψέματα. Ακόμη έμενα ξάπρυπνος τα βράδια, ακόμη έβαζα το κινητο στο αθόρυβο για να μην με τρελανει η αναμονή κι ύστερα κοιτούσα κάθε λεπτό αν φώτισε η οθόνη, κι ένας Θεός ήξερε πόσο με πείραζε που τούτος ο θλιβερός πίθηκος πηδιόταν με το κορίτσι μου, έπιανε τα μικρά της στήθη και πρόσεχε ότι η μία ρόγα έδειχνε πιο μεγάλη απο την άλλη κι έκρυβε την μίζερη του μετριότητα στο καστανό μουνί της. Είχα δυο επλογές. Να βαζα τα κλάμματα ή να γέλαγα. Ό,τι και να λένε, η σιωπή δεν βοηθάει σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Διάλεξα το δεύτερο. Μ’ ένα γέλιο που μοιαζε σχεδόν αυθόρμητο.

Αυτο είναι όλο, γι αυτό όλη αυτή η ώχρα, ρώτησα.

Συνήθως δεν είναι τόσο απλο το πράγμα, είπε.

Σου πα πάει, πέρασε, δεν μου κάνει μία, γαμηθείτε όσο θέλετε, βγάλτε τα μάτια σας, νοικιάστε και μια γκαρσονιέρα και αυξάνετε και πλυθένεστε. Και απο τον Θεό και απο μένα έχετε το ελεύθερο.

Τωρα με ειρωνεύεσαι.

Έχει σημασία;

Δεν έχει;

Καμία. Εϊμαστε σαν τα λαμπάκια στο δέντρο, είπα και του δειξα το δέντρο. Μία ανάβει το πρασινο, μία το μπλε, και παει λέγοντας. Δεν έχει ρεύμα για όλα. Τώρα ανάβεις εσύ.

Είχε αποσβολωθεί στην καρέκλα. Ερχόμενος εδώ θα περίμενε να του φέρω την μπίρα στο κεφάλι, να τους βρίσω, να και να, αλλά δεν έκανα τίποτα από αυτά. Μόνο γέλαγα, έκανα πως γάλαγα κι έπινα την μπίρα μου. Δεν θα του έκανα την χάρη να θεωρήσει ότι με κέρδισε και την παίρνει λάφυρο- δεν θα της έκανα την χάρη να τον δει αναμαλιασμένο να λέει πως πάλεψε για αυτήν και αυτή να φουσκώνει περήφανη που στα 30 και κάτι, με την κυταρρίτιδα να αγγίζει τα γόνατα και τις μισές της φίλες παντρεμένες, μπορεί ακόμη να βάζει αρσενικά να τσακώνονται για τα νάζια της και την ζεστή, τριμαρισμένη της φωλιά. Που σε μια κάποια ζούγκλα, έστω συρικνωμένη πια, παρέμενε βασίλισσα.

Τον κοίταζα που σερνε τα μάτια στο πάτωμα. Τον λυπήθηκα. Αναρωτιόμουν τι θα σκεφτόταν αυτος για μένα, αν τάχα έμοιαζα μπροστά του ό,τι έμοιαζε αυτός στα δικά μου μάτια. Δεν υπήρχε καμιά μάχη να δώσω σ’ αυτην την ζούγκλα. Δεν υπήρχε κανένας νικητής, καμιά βασίλισσα. Ποτέ δεν υπήρξαν. Όλοι κι όλοι 3 τυχάρπαστοι, 3 μίζερα, φοβισμένα ανθρωπάκια, που ερωτευονται, χωρίζουν κι ερωτευονται για να ξαναχωρίσουν μέχρι να πεθάνουν όπως πρέπει, μόνοι, γιατί δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, δεν τους μένει τίποτα πέρα από το να κλωθογυρίζουν αλαφιασμένα το κενό, την απουσία, το μηδέν- αλλόφρονα χάμστερ σε γαμημένο κύλινδρο. Ποιοι νικητές και ποια βασίλισσα; Μόνο η ζούγκλα. Η ζούγκλα.

Σκέφτηκα να του το πω αλλά κόμπιασα. Ίσως απο λύπη, ίσως γιατί ξαφνικά κουράστηκα να μιλάω, προσπαθώντας να επικοινωνήσω το μηδέν, το μοναχό μου τίποτα σε άλλα ανθρωπάκια. Στην τελική δεν γινόταν να καταλάβει κανείς κανέναν. Δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρίνεια ανάμεσα στα ζώα, μόνο προκάλυψη, καπνός, λόγια. Του πα μόνο να πιει την μπίρα. Κούνησε το κεφάλι -θα την έπαιρνε μαζί του, είπε, για τον δρόμο. Τον παρατηρούσα να κατεβαίνει την σκάλα ανάλαφρος που θα της έλεγε τα νικητήρια νέα. Για το τίμημα της νίκης θα μάθαινε αργότερα.

Έκλεισα την πόρτα πίσω του. Ξάπλωσα στον καναπέ ήπια την υπόλοιπη μπίρα, κατέβασα το μποξεράκι και μαλακίστηκα. Θυμήθηκα τα βυζιά της, το άρωμα των υγρών της όταν μούσκευε τους πρώτους μήνες, το σπέρμα μου απλωμένο στο στέρνο της κι ύστερα έχυσα και σταμάτησα να θυμάμαι το οτιδήποτε. Τα λαμπάκια στο δέντρο αναμόσβηναν ακόμη$

Advertisements