Βραδιά ποίησης

by οβροχοποιός

Μια ιστορία όπως την διηγήθηκε ένας μεθυσμένος φίλος σ΄ έναν μεθυσμένο φίλο.

Δεν ήμασταν πολύ καιρό μαζί, γύρω στους δυο μήνες. Μαζί, τέλος πάντων, πηδιόμασταν κανονικά, μοιραζόμασταν τα μακαρόνια, τον καφέ και το μπάνιο κι είχα αρχίσει να βαριέμαι. Κι όλη αυτή η βαριεστιμάρα μου ξεχύθηκε στο γεια που της είπα.Δεν ξέρω τι έφταιγε, πιθανότατα εγώ αλλά πια δεν το πολυσκεφτόμουν, λίγο πολύ με τα χρόνια μ’ είχα συνηθίσει.

Διάβαζε με τα πόδια απλωμένα πάνω στην πολυθρόνα. Δεν κοίταξα να δω τον τίτλο, ήμουν σίγουρος. Ήταν πάλι το ‘’Χρόνος και προκατάληψη’’, το διάβαζε τουλάχιστον μέρα παρά μέρα, όπως οι θρήσκοι κάνουν με την βίβλο και το κοράνι. Σκέφτηκα να της πω ν’ αφήσει αυτήν την μαλακία, υπάρχουν κι άλλα βιβλία εκεί έξω να πουληθούν κι άλλοι συγγραφείς να ζήσουν, αλλά σκέφτηκα ότι θα μπορούσε η κατάστασή της να ήταν χειρότερη και να διάβαζε και να ξαναδιάβαζε τα κολλήματα Εβραίων και Αράβων φανατικών. Και δεν είπα τίποτα.

Είχα μόλις γυρίσει από την παμπ και δεν είχα όρεξη ούτε για φαγητό ούτε για κουβέντα, μόνο να πέσω στο κρεβάτι και να τεντωθώ μέχρι να ξηλωθούν χέρια και πόδια. Δούλευα 8άωρο, σαν glasscollector. Οι Άγγλοι έχουν αυτήν την διεστραμμένη συνήθεια, να δίνουν  βαρύγδουπα ονόματα σε δουλειές που απαιτούν μυαλό λοβοτομημένης γαλοπούλας. Λες και το κάνουν από ειρωνεία, ή για να σου υπενθυμίζουν ότι καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, όλες έχουν ωραία σύνθετα ονόματα, απλώς μερικές τυγχάνουν να τις κάνουν μόνο Μπαγκλαντεσιανοί μετανάστες και φοιτητές που δεν την βγάζουν πέρα με τα δίδακτρα. Όπως και να χει, για 8 ώρες μάζευα ποτήρια με ξινισμένη μπίρα, τα έπλενα, κι ύστερα τα παρέδιδα σαν καινούργια στον επόμενο να γίνει φέσι στο μεθύσι και να τραγουδάει στο ξεκάρφωτο, ανάμεσα σε ρεψίματα και φτυσιές τον ύμνο της Λίβερπουλ. Όλα αυτά μου χαν και σήμερα σμπαραλιάσει το μυαλό, το σώμα, την ύπαρξη.

Πως πήγε σήμερα; ρώτησε

Τα ίδια, δεν θέλω να ξαναδώ ποτήρι σ’ όλη μου την ζωή

Είσαι κουρασμένος ε;

Ξέρω πως όταν με ρώταγε αν είμαι κουρασμένος,-φυσικά και ήμουν- κάπου αλλού το πήγαινε, κάτι θα χε κανονίσει χωρίς να της περάσει από το μυαλό, κι αν της πέρασε, το άφησε να φύγει, ότι ναι, μετά από ένα γαμημένο ξενύχτι για να προλάβω την προθεσμία για την εργασία κι ύστερα 8 ώρες στην δουλειά, ήθελα μόνο να κοιμηθώ.

Είμαι, πώς να μην είμαι, με το ζόρι κρατιέμαι όρθιος. Γιατί;

Πάντα αυτή την βλακεία κάνω, κολλάω στο τέλος ένα γιατί και τότε ξεκινάει ο δεύτερος γύρος, και σ’ αυτόν δεν έχω την παραμικρή πιθανότητα να μην βγω χαμένος. Αν μπορούσα, θα διέγραφα αυτή την λέξη απ’ όλα τα λεξικά, είναι το μόνο εμπόδιο που χωρίζει τους μακάριους από τους καταραμένους, εμένα από κείνη.

Να, μωρέ, ξέρεις, είμαι όλη μέρα Πανεπιστήμιο και σπίτι, κι έλεγα να βγούμε να πάρουμε λίγο αέρα, να δούμε λίγο κόσμο, είπε και πήρε αυτό το ναζιάρικο ύφος της, το τόσο ψεύτικο που απορώ γιατί το κάνει.

Αν κάτι δεν ήθελα, ήταν να δω κι άλλο κόσμο. Ξαφνικά μου φάνηκε πως γεννοβολάμε υπερβολικά εδώ πάνω, γυροβολάμε σαν μύκητες και πλημμυρίζουμε το σύμπαν. Πρέπει να μάθουμε ίσως να φοράμε καπότες κι ότι η αναπαραγωγή δεν είναι πανάκεια. Στην τελική, πρέπει πριν κάνουμε τον κόπο να χύσουμε μέσα να μετρήσουμε ως το 1 και να σκεφτούμε αν το αναπαραγόμενο αξίζει ν’ αναπαραχθεί.

Καλύτερα να τ’ αφήσουμε γι’ αύριο, είπα.

Έλα, σε παρακαλώ, δεν θ’ αργήσουμε. Έμαθα ότι κάτι έχει στο μαγαζάκι δίπλα στο δημαρχείο. Κάτι σαν βραδιά ποίησης, θα ναι εκεί κι ένας συμμαθητής μου από την σχολή και θα διαβάσει ποιήματα δικά του. Έχω ακούσει ότι είναι πολύ καλός;

Σε τι;

Στα ποιήματα, σε τι άλλο;

Είναι ωραίος;

Γιατί ζηλεύεις;

Ναι

Γούστα είναι αυτά. Εμένα μια φορά δεν μ’ αρέσει. Για πες θα πάμε;

Ακόμη το σκέφτομαι.

Έλα, μπαμπουλίνο (δεν ξέρω από πού της ήρθε, πρώτη φορά με λέγε έτσι) αφού ξέρω σ΄ αρέσουν τα ποιήματα, θα ναι ωραία.

Ωραία σκέφτηκα θα ναι στο κρεβάτι μου, αλλά οκ, τράβηξε μακριά αυτή η συζήτηση χωρίς καμιά πιθανότητα να βγω νικητής και είπα ναι.

Έκανα ένα μπάνιο, σκέφτηκα να ξυριστώ και να κόψω τα νύχια, αλλά τ’ άφησα για κάποια άλλη στιγμή, κι άρχισα να ντύνομαι.

Δεν πρέπει να μου πήρε πάνω από 20 λεπτά, μπάνιο και ντύσιμο μαζί, και πράγμα παράξενο, ήταν και αυτή έτοιμη στον ίδιο χρόνο. Φόραγε ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι και από πάνω ένα πουκάμισο. Είχε ντυθεί σαν γραμματέας, σαν χωρισμένη δικηγόρο, πλημύριζε το δωμάτιο από μια σοφιστικέ πουτανιά. Δεν την είχα δει πότε έτσι. Ασφαλώς και όλα τα χε δοκιμάσει, ώρες και ώρες όλη την μέρα, δεν εξηγείται αλλιώς ότι σε 20 λεπτά ήταν έτοιμη. Έκανε να βάλει άρωμα, και τα στήθη της κουνήθηκαν υπέροχα κάτω από το ύφασμα. Πήγα κοντά της και της χάιδεψα τον κώλο.

Πρέπει να ναι καλός, είπα.

Ποιος;

Το  παιδί με τα ποιήματα.

Μην λες χαζομάρες, ένα γεια λέμε κι αν.

Συνέχιζα να της χαϊδεύω τον κώλο κι ύστερα πέρασα το χέρι από κάτω και της έτριψα το μουνί πάνω από το παντελόνι. Ξανάδα τα βυζιά της, αυτά τα βυζιά με τρέλαιναν κι έκανα να σηκώσω το πουκάμισο και να της γλείψω τις ρώγες.

Πέταξε το χέρι μου μακριά. Μη, είπε, θ’ αργήσουμε, κι ένιωσα την παγωνιά της να με τυλίγει, το μουνί της να στερεύει.

Καλά, κι αν χάσουμε και καμιά στροφή, και κανά ποίημα, δεν τρέχει και τίποτα., έχουμε χρόνο. Αφού με ξέρεις, χύνω εύκολα.

Σου πα, δεν έχουμε χρόνο.

Και από πότε προτιμάς την ποίηση από το γαμήσι;

Κάθε μέρα γαμιόμαστε.

Ε, καλά, δεν ήξερα ότι πίσω από το γαμημένο άρλεκιν που διαβάζεις, κρύβεις τον Νερούντα και τον Πάουντ.

Πολλά δεν ξέρεις για μένα.

Είμαι σίγουρος.

            Μετά ξαναπήρε το ναζιάρικο ύφος

Τι λες, πάμε;

Πάμε, είπα και βγήκα σχεδόν τρέχοντας από την πόρτα. Θα λεγα οτιδήποτε, θα βούταγα στην κόλαση, αρκεί να μην έβλεπα τα επιτηδευμένα νάζια της. Αυτά, σε αντίθεση με την καλλιτεχνική της φλέβα, τα γνώριζα καλά.

Περιμέναμε στην στάση κι ύστερα πήραμε το αστικό. Δεν αλλάξαμε κουβέντα. Κοίταζα μία έξω από το παράθυρο, και μία τους ασιάτες που μας κοίταγαν. Δηλαδή, κοίταγαν τον κώλο της. Φαντάστηκα, θα σκέφτονταν, τι τυχερός που ήμουν που γάμαγα ένα τέτοιο μουνί και ότι αυτούς, τους είχε σκίσει η δουλειά και η μαλακία. Όλοι οι ασιάτες έχουν απωθημένο να γαμήσουν μία λευκή. Μερικοί έχουν απωθημένο να γαμήσουν γενικώς. Σκέφτηκα, να την χουφτώσω για να ζηλέψουν, αλλά οκ, σταμάτησα, τα υπόλοιπα τους άφησα να τα σκεφτούν με το που μπουν στο μπάνιο, να χουν κάτι να περάσουν την ώρα τους όταν κλείνονται από τις 7 το απόγευμα σε κοινόβιες στάνες που νοικιάζουν 10 10, χωρίς αλκοόλ, γυναίκες και τσιγάρα, μόνοι, ολομόναχοι,  3 τρισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά από το σπίτι. Κατά βάθος είμαι πονόψυχος άνθρωπος, ευαίσθητος που ώρες ώρες με φοβάμαι ότι κάπου μέσα μου αδερφεύω. Είναι ίσως το νερό που μας ποτίζουν, οι ορμόνες στα φαγητά, οι ξενέρωτες, κούφιες σαν ξεροκάλαμα γυναίκες.

Αυτά σκέφτηκα, κι από αντίδραση άρχισα να την χουφτώνω. Οι ασιάτες γούρλωσαν τα μάτια, κι αυτή μου τράβηξε το χέρι. Είδατε, σκέφτηκα να τους πω, δεν είμαι δα και τόσο τυχερός, τσάμπα ζηλεύετε. Δεν μπορώ καν να την αγγίξω και δίπλα της σιγοκαίγομαι σαν τον Αδάμ με το μήλο, χώρια που έχω να πάω να πιαστώ σε μία γαμημένη καρέκλα για δύο και βάλε ώρες για να ακούσω ατάλαντους να ξερνούν φουλ στην επιτήδευση πομπώδες παπαριές. Καλύτερα φίλοι ασιάτες, κομπλεξικοί κι αγάμητοι, να ρχόμουν να κλειστώ  μαζί σας στο κοινόβιο. Εκεί θα μπορούσα, τουλάχιστον, να την παίξω, να την παίξετε και σεις και να στοιχηματίσουμε ποιος θα χύσει μακρύτερα. Δύσκολα χάνω σ’ αυτό, μπορώ να φτάσω κοντά στο μισό μέτρο, θα σας έπαιρνα όλα τα λεφτά, και θα σας τραγούδαγα στο βρόντο δουλέψατε και σήμερα, γίνατε σκλάβοι αφράτων και βουτυρωμένων Άγγλων- κανένα έμβασμα δεν θα φτάσει πίσω στην πατρίδα, τσάμπα περιμένει η αδερφή σας να της φτιάξετε την γαμημένη προίκα. Κορόιδα.

Φτάσαμε στην στάση του Δημαρχείου και κατεβήκαμε. Οι Ασιάτες μας κοίταζαν από το παράθυρο μέχρι που στρίψαμε σ’ ένα μικρό σοκάκι. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή.  Στο τέλος του δρόμου ήταν ένα μικρό μπαρ. Είχα ξανάρθει εδώ, δεν ήταν άσχημο μέρος, με καλή μουσική και μπίρα που πινόταν. Σκέφτηκα, ότι αυτοί οι ποιητές ίσως να μην ήταν τελικά τόσο ατάλαντοι.

Πριν μπούμε, διάβασα την αφίσα στην πόρτα.

Βραδιά τέχνης, σκιρτήματα ποίησης κάτω από τα αστέρια, κι από κάτω 3-4 ονόματα αυτονών που θα καναν τις καρδιές μας να σκιρτήσουν. Σήκωσα το κεφάλι, ο αγγλικός ουρανός δεν είχε χώρο για αστέρια.

Ωραίος τίτλος είπε.

Ναι, κολλάει γάντι˙ καθόλου επιτηδευμένος.

Σου το πα, είναι πολύ καλοί.

Δεν είπα τίποτα. Μου πιασε το χέρι και μπήκαμε μέσα.

Γύρω στα 40 άτομα, οι πιο πολλοί καμένοι, και στο κέντρο κάτι σαν μικρή σκηνή. Με το που μπήκαμε, βλέπει κάποια άτομα από την σχολή της, αφήνει το χέρι μου και πάει προς τα κει.

Έλα, είναι και τα παιδιά εδώ, μου λέει.

Τα παιδιά ήταν κάτι χαζοχαρούμενα αγγλάκια, που μασκαρευτήκαν σοφιστικέ για τ’ αποψινό καρναβάλι.

Πήγα στον πάγκο και παρήγγειλα μία Γκίνες. Παγωμένη κι απαλή, είναι από μόνη της λόγος να σαι με τους Ιρλανδούς και τον ΙΡΑ.

Χαμηλώνουν τα φώτα, και στην σκηνή ανεβαίνει, μια ξινισμένη αγγλιδούλα με γυαλιά. Πήρα την μπίρα και πήγα προς τις θέσεις μπροστά στην σκηνή, αλλά δίπλα της όλες οι καρέκλες ήταν πιασμένες από  συμμαθητές της. Σαν σχολική εκδρομή, σκέφτηκα και ξαναπήγα στον πάγκο.

Τίτλος του ποιήματος, είπε, Μαδαγασκάρη, κι άρχισε με πνιχτή φωνή και κοκοράκια να ψελλίζει στίχους για χορούς στην ζούγκλα, και διονυσιακά όργια με μαύρους, μαύρες και τον θεό Βάαλ. Δεν ήταν κακό ποίημα, απλά την έβλεπα στρυφνή και ξινισμένη κι ήταν σαν το ποίημα να το χε γράψει άλλος κι αυτής της είπαν μπες με το ζόρι εκεί πάνω και ξεβρασέ το. Αλλά, οκ, στην τελική γράφουμε ποίηση γι αυτό που δεν είμαστε και μάλλον δεν θα γίνουμε, κι η Αγγλιδούλα γούσταρε να γράφει για όργια με τον Βάαλ στην Μαδαγασκάρη.

Τέλειωσε κι από κάτω, ακούστηκαν χειροκροτήματα. Θα τους άρεσε αυτό με τα όργια μάλλον. Πάντα πιάνουν κάτι τέτοια. Σκέφτηκα να χειροκροτήσω, αλλά είχα την μπίρα στα χέρια και προτίμησα να συνεχίσω να την κρατάω.

Επόμενο, ποίημα, Γκάουτσος. Εδώ μας έλεγε για αργεντίνικες πάμπες, μαχαιροβγάλτες, πόρνες και μεθυσμένες συνουσίες στους ήχους του τανγκό.

Δεν ήταν άσχημο, αλλά δεν υπήρχε και λόγος να ανεβεί εκεί πάνω να μας το πει. Μέσες άκρες, μπορούσαμε να ζήσουμε και χωρίς αυτό.

Επόμενο ποίημα, Τσένγκις Χαν. Λογικά θα μιλούσε για  στέπες, άλογα και όργια βασιλικών παλλακίδων κάτω από τον έναστρο ουρανό της Μογγολίας. Της αρέσει η γεωγραφία της μικρής και τα όργια σκέφτηκα και σταμάτησα να την ακούω.

Πέρασαν γύρω στα 20 λεπτά, κι έμεινα εκεί, να πίνω την μπίρα μου χωρίς να σκέφτομαι τίποτα. Σε κάποια στιγμή, έχοντας νοητά γαμηθεί σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου, η αγγλιδούλα, είπε ευχαριστώ, κι ανάμεσα σε χλιαρά χειροκροτήματα άφησε την σκηνή για τον επόμενο.

Σειρά είχε ένας με αναγεννησιακό μουσάκι που μοιαζε με τον άγγλο ξάδερφο του Ελ Γκρέκο. Είπε κάτι ακαταλαβίστικο, από κάτω χειροκρότησαν, έβηξε κι άρχισε ν’ απαγγέλνει. Προσπαθούσε να μιμηθεί τον Μπλέικ  κι αράδιαζε αλλοπρόσαλλους στίχους γεμάτους μυστικισμό  κι αλληγορίες. Μπορεί και να ταν καλός, μπορεί κι όχι, δεν μ’ άρεσαν ποτέ αυτά τα μυστικιστικά. Ήταν σαν να διάβαζα μεθυσμένος Νοστράδαμο, σαν να έπαιζα το χοτέλ Καλιφόρνια ανάποδα.

Πέρασε η ώρα κι αφού ανήγγειλε την κυριαρχία της σάρκας και συνάμα την γέννηση του αντίχριστου γύρω στις 100 φορές, υποκλίθηκε, δέχτηκε με ύφος βαθυστόχαστο το χειροκρότημα και κατέβηκε από την σκηνή.

Άναψαν τα φώτα. Ώρα για διάλειμμα. Πήγα στην τουαλέτα, κατούρησα την Γκίνες κι ξαναβγήκα. Με περίμενε.

Πως σου φάνηκε;

Έτσι κι έτσι. Τον τελευταίο δεν τον πολύκατάλαβα, και η ποιήτρια πρέπει να γαμηθεί επειγόντως.

Μην γίνεσαι αισχρός.

Καλά ας μην γαμηθεί. Ας συνεχίσει να γράφει ποιήματα για το πώς το κάνουν στα βάθη των ωκεανών και στον γαλαξία της Ανδρομέδας.

Πολύ αστείος. Τέλος πάντων, μετά είναι ο συμμαθητής μου που σου λεγα. Είναι τελείως διαφορετικός, θα σ’ αρέσει. Γράφει μοντέρνα ποίηση, απ΄ αυτήν που διαβάζεις

Έκλεισαν τα φώτα. Γύρισε στην θέση της κι εγώ στο πάγκο μου. Παρήγγειλα ακόμη μια μπίρα κι είδα έναν τύπο με φράντζα και ντύσιμο Μύρωνα Στρατή να μπαίνει στην σκηνή. Όλοι χειροκρόταγαν, άφησα την μπίρα και χειροκρότησα κι εγώ. Ήταν ο σταρ της βραδιάς, ο headliner. Από κάτω οι γυναίκες είχαν ενθουσιαστεί και πιο πολύ απ’  όλες η δικιά μου.

Ζήλευα. Ο τύπος έδειχνε καλός. Δεν πήρε καμιά βαθειά ανάσα, δεν έκανε κανένα κοκοράκι κι άρχισε να διαβάζει.

Ήταν της αμερικάνικης σχολής, Γουίτμαν, Γκίνγκσμπεργκ, Μπίτνικ. Ακόμη ένας σωσίας του Μπουκόφκσι σκέφτηκα, υπάρχουν μιλιούνια εκεί έξω. Κι όμως ο τύπος ήταν καλός. Λιτός στον λόγο, δημιουργούσε συναισθήματα σαν ν’ άκουγες φολκ ιστορίες παιγμένες από τον Ντύλαν. Κάθε ποίημά του ήταν και καλύτερο, κάθε φορά το χειροκρότημα γινόταν και πιο έντονο.

Σε κάποια στιγμή λέει ευχαριστώ και κάνει να αφήσει την σκηνή. Οι από κάτω, μπορεί να μουνα κι εγώ, φώναξαν κι άλλο, κι άλλο, σαν ανκόρ σε συναυλία. Μας έκανε την χάρη και μας είπε ακόμη δύο ποιήματα και σαν θριαμβευτής  Καίσαρας δέχτηκε το χειροκρότημα κι έσμιξε με το πλήθος. Ήταν ο τελευταίος της βραδιάς.

Όλοι σπρώχνονταν για να τον χαιρετήσουν. Την είδα να σπρώχνεται και να σπρώχνει, κι ύστερα να του χαμογελάει. Της χαμογέλασε κι αυτός, και κάπου εκεί θυμήθηκα ότι ο τύπος ήθελε να μου αρπάξει την γκόμενα. Σκέφτηκα ότι κάτι έπρεπε να κάνω για να την ξανακερδίσω, αλλά μιας και δεν είχα σκοπό ν’ αφήσω φράντζα, ούτε να απαγγέλνω ποιήματα μπροστά σε ξεκάρφωτους, γύρισα πλάτη και συνέχισα να πίνω την μπίρα μου. Τώρα δεν ήταν τελείως παγωμένη, και μπορούσα να καταλάβω καλύτερα την γεύση της στον ουρανίσκο.  Ένιωσα ένα σκούντημα.

Την είδα φουσκωμένη σαν παγώνι κι αυτός να κωλοτρίβεται δίπλα της. Μας σύστησε.

            Δεν ήταν πάρα πολύ καλός, με ρώτησε.

            Ήσουν πάρα πολύ καλός, του είπα. Μόνο κάτι δεν κατάλαβα

            Τι;

            Γιατί διαβάζεις μπροστά σε τόσους άσχετους;

            Έλα, σταμάτα, πετάχτηκε. Μην τον ακούς, αστειεύεται.

            Αστειεύεσαι;

            Όχι.

Υποθέτω από ματαιοδοξία. Και γιατί δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω.

Εγώ πιστεύω, ξαναπετάχτηκε φορώντας το ναζιάρικό της χαμόγελο, διαβάζεις μπροστά σε κόσμο γιατί απλά είσαι πολύ καλός. Μου θυμίζεις τον Γουίτμαν.

Υπερβάλεις είπε και χάιδεψε την φράντζα του.

Όχι, μην είσαι τόσο μετριόφρων, δεν υπερβάλλω καθόλου. Και γυρνώντας προς εμένα, πες του, δεν μοιάζει με τον Γουίτμαν;

Ίδιος. Δεν είχε ιδέα από τον Γουίτμαν, απλά της διάβαζα τις πρώτες μέρες ποιήματά του στο κρεβάτι, αλλά στο πεντάλεπτο γύρναγε τον κώλο της και κοιμόταν.

Μετά, συνέχισαν να μιλάνε αλλά δεν άκουγα. Μίλαγαν και γέλαγαν και τρίβονταν κι αυτός χάιδευε την φράντζα του αλλά δεν μ’ ενδιέφερε. Παρήγγειλα ακόμη μια μπίρα και την κατέβασα μονορούφι.

Κάποια στιγμή εκείνη πηγαίνει στο μπάνιο.

Σ’ αρέσει Γουίτμαν;

Καλή είναι, αλλά είναι πιασμένη.

Μην σκας, από μένα έχεις το ελεύθερο. Στα χωρίσματα είμαστε. Τι σήμερα, τι αύριο.

Δεν είναι σωστό.

Και από πότε οι ποιητές Γουίτμαν νοιάζονται για το τι είναι σωστό;

Δεν ξέρω. Καλύτερα να το αφήσουμε.

Μήπως είσαι αδερφή Γουίτμαν, μήπως πιο πολύ γουστάρεις να τρίβεσαι μόνος σου μπροστά στον καθρέφτη;

Είσαι μεθυσμένος.

Κι εσύ Γουίτι αδερφή.

Δεν είπε τίποτα. Νευρίασε, κοκκίνισε, πήρε την φράντζα του  κι έφυγε από το μαγαζί.

Εκείνη όταν βγήκε από το μπάνιο, είχε ξεκουμπώσει ένα κουμπί από το πουκάμισο και φαινόταν το σουτιέν της.

Που πήγε;

            Έφυγε

            Τι του είπες,

Τίποτα

Δεν γίνεται, κάτι του είπες για να φύγει έτσι χωρίς να χαιρετήσει.

Σου πα, δεν του είπα τίποτα. Μόνο αν θέλει να σε γαμήσει, απο μένα έχει το ελεύθερο.

Είσαι πολύ μαλάκας.

Και ο Γουίτι αδερφή.

Τι;

Και ο ποιητής μας αδερφή.

Που το ξέρεις;

Το ξέρω

Τι άλλο του είπες;

Ότι την βρίσκει μόνο να νιώθει ωραίος και να τρίβεται. Πάρτο απόφαση καλή μου, δεν θα γαμηθείς απόψε από ποιητή.

Είσαι πολύ μαλάκας.

Το παμε αυτό. Τι ήπιες;

Δύο μαρτίνι σόδα.

Πλήρωσα τα ποτά και τις μπίρες κι έφυγα. Μ΄ άρεσε που χα τον τελευταίο λόγο. Για πρώτη φορά σήμερα, ένιωθα αρσενικό, καθαρόαιμος απόγονος επιβητόρων.

Έτρεξε από πίσω μου. Ήμουν σίγουρος, δεν είχε μία για να γυρίσει πίσω.Κατά βάθος μ΄αγαπούσε.

Πήραμε ταξί και στην διαδρομή κοιμήθηκα.

Στο σπίτι, με το που ξεντύθηκε, την έγλειψα παντού κι ύστερα γαμηθήκαμε, άγρια, σωστά, όπως γαμιούνται οι χιμπατζήδες. Κι αν δεν μπορούσαμε πια να το κάνουμε απ’ αγάπη ας το κάναμε από μίσος. Ίσως αυτή να φανταζόταν ακόμη τον ποιητή, εγώ φανταζόμουν αυτήν και τα βυζιά της. Έχυσα και ξανάχυσα, στο μουνί της, στον κώλο της, ανάμεσα στα βυζιά της, μούσκεψαν τα σεντόνια από τον ιδρώτα και τα υγρά μας. Όλη αυτή η ποίηση μας είχε κάνει καλό τελικά.

Την επόμενη μέρα, τσακωθήκαμε για κάτι άσχετο, ίσως αν θα τρώγαμε φακές η ρύζι, πήρα τα πράγματά μου κι έφυγα από το σπίτι. Μαζί με άπλυτες κάλτσες κι εσώρουχα, στον σάκο έχωσα και το γαμημένο της βιβλίο.

Δεν ξέρω αν γαμήθηκε τελικά με τον ποιητή. Έκανα κάμποσο καιρό να την δω. Τα χε φτιάξει αν θυμάμαι καλά μ ‘έναν Ινδό που βρώμαγε στα 10 μέτρα κάρυ$

Advertisements