η γη είναι ξένη

by nakedsparrows

Είχε ακούσει γι αυτήν από τους γέρους. Όταν στέγνωνε ο ιδρώτας στο πρόσωπο κι άδειαζε η γαβάθα με το ρύζι, κοιτώντας την φωτιά και την νύχτα τους μεναν μόνο οι ιστορίες. Δεν είμαστε από εδώ έλεγαν, τούτη η γη είν’ ξένη,  η δικιά μας είναι πέρα από τα βαμβακοχώραφα και το μεγάλο ποτάμι, πέρα από την θάλασσα.

Κάποιες φορές ρωτούσε τι είναι η θάλασσα κι οι γέροι σώπαιναν, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν απάντηση, χαμήλωναν το κεφάλι και έδειχναν προς την ανατολή. Τότε άφηνε το βλέμμα να φύγει πάνω από τα χωράφια, κι αυτό που έβλεπε ήταν μόνο το σκοτάδι.

Το ποτάμι το θυμόταν. Ήταν μικρό παιδί όταν τον ξύπνησαν, του δεσαν πόδια και χέρια και τον έσυραν μακριά από μια γυναίκα που κλαιγε. Θυμόταν τον άσπρο να τον κοιτάει στα μάτια και στα δόντια κι ύστερα να τον πετούν σ’ ένα δωμάτιο από ξύλα, κλάματα και σκοτάδι, αγγίζοντας ανθρώπους που δεν έβλεπε, μόνο τους ένιωθε να τρέμουν. Κι ύστερα κάποιοι σταμάταγαν να τρέμουν, γίνονταν πέτρες και πάνω τους έγερνε για λίγο και κοιμόταν. 

Ανάμεσα στα ξύλα, είχε βρει μια χαραμάδα, έχωνε το μάτι και κοίταζε το ξύλινο σπίτι να διαβαίνει την μέρα και το ποτάμι, κι ύστερα σταμάτησε. Τους κατέβασαν σ’ ένα μεγάλο ξέφωτο, γεμάτο ανθρώπους, άλογα και φωνές, κάποιος του ξανακοίταξε τα μάτια και τα δόντια και τον φόρτωσαν μαζί με άλλους δύο σε μια καρότσα άμαξας, ανάμεσα σε 3 γουρούνια και ένα σακί με ρύζι. Δεν θυμάται τα πρόσωπα των άλλων δύο, είναι καιρός που έχουν πεθάνει. Θυμάται μόνο την πείνα. Άνοιξε μια τρύπα στο σακί κι άφησε το ρύζι να στάξει στο ξύλο σαν χαλάζι κι ύστερα θυμάται τα γουρούνια και τους ανθρώπους να περνάνε από πάνω του. Ίσα που πρόλαβε να γεμίσει μια χούφτα ρύζι. Την κατάπιε, ξερή σαν χώμα, κι ύστερα το μαστίγιο και τα κλάματα και τα γουρούνια να κοιτάνε.

Θυμάται το βαμβάκι κάτω από τον ήλιο. Το νιωθε στα χέρια, χιόνι ζεστό και τα χέρια μάτωναν, έσταζε το αίμα μέσα στ’ άσπρο, ώσπου το δέρμα σκλήρυνε κι έπαψε να στάζει. Κάποτε έκλαιγε. Του φώναξαν τα σκυλιά δεν κλαίνε και δεν ξανάκλαψε. Ντρέπονταν, φοβόταν, είχε πια ξεχάσει.

Τις ιστορίες των γέρων δεν τις ξέχασε. Έψαξε να τις βρει μια νύχτα πέρα από τους φράχτες. Περπάτησε ώρες, δεν βρήκε τίποτα, παρά μόνο χωράφια και πάνω τους στέκονταν μόνη της  η νύχτα, βουβή, παγωμένη, ασάλευτη. Το χάραμα γύρισε πίσω. 40 μαστιγώματα στο παγωμένο δέρμα και μια αλυσίδα με καρφιά και κουδούνια γύρω από τον λαιμό. Για να θυμάται είπαν οι λευκοί, για να ξεχάσει του φώναξαν οι γέροι. 

Οι γέροι δίπλα του πέθαναν, θαφτήκαν, έγιναν τα πρόσωπά τους κόκκαλα και σκόνη. Γίναν δικές του οι ιστορίες. Έβλεπε γύρω από την φωτιά τα πρόσωπα, κάποια τους έκλαιγαν ακόμη. Σώπασε. Αυτή η γη ήταν η μόνη γη κι η γη ήταν ξένη. Δεν υπήρχε η θάλασσα, κάλιο να θάβονταν κι αυτή πλάι στους γερόντους. Κι όταν τον ρώταγαν τι είναι πέρα από τα βαμβακοχώραφα και το μεγάλο ποτάμι, τους έλεγε βαμβακοχώραφα και πέρα από κει κι άλλο βαμβάκι και σταμάτησαν να κλαίνε.

Τους είπε για την θάλασσα την νύχτα που είδε το κουτάβι. Το δε με τσακισμένα τα πίσω πόδια από τον σουγιά μεθυσμένων άσπρων κι αυτό έσερνε το κορμί μακριά τους και γαύγιζε κι ακουγόταν το κλάμα του πάνω απ’ τα γέλια και τις φωνές κι ύστερα είδε την σκύλα να γλείφει την πληγή του. Δεν είμαστε από εδώ τους είπε, τούτη η γη είν’ ξένη, η δικιά μας είναι πέρα από τα βαμβακοχώραφα και το μεγάλο ποτάμι, πέρα από την θάλασσα. Και όταν τον ρώτησαν τι είναι η θάλασσα τους έδειξε την φωτιά. 

….

Βλέπει ανάμεσα στα βράχια τον κάμπο στις φλόγες και πίσω τους το φεγγάρι. Γαβγίσματα, φωνές κι αναμμένα δαδιά στο κατόπι τους. Σε λίγο θα τους φτάσουν. Θέλει να δει κι άλλο τις φωτιές, ν’ ακούσει τα κλάματα, τα σπίτια τους να πέφτουν, να μυρίσει στον αέρα την στάχτη απ’ το βαμβάκι. Κάποιοι δίπλα του τρέμουν, κλαίνε, θα γυρίσουν πίσω λένε, ν’ αντικρίσουν την μέρα μαστιγωμένοι, σκυμμένοι, ζωντανοί. Μακριά από τούτα τα χωράφια είναι μόνο ο θάνατος. Είναι δικό του φταίξιμο θα πουν, αυτόν πρέπει να κρεμάσουν.

Τους άφησαν πίσω τους να σμίξουν με τις φλόγες, τις φωνές και το μαστίγιο.  Τις νύχτες διασχίζουν τα βράχια βάζοντας σημάδι το ποτάμι και στο φως κρύβονται κάτω από την πέτρα και την σκόνη.  Διψάνε, κρυώνουν, φοβούνται. Τον ρωτούν πόσο μακριά είναι η θάλασσα και τους απαντάει κοντά, πολύ κοντά, μιας νύχτας ακόμη δρόμος. Κι η νύχτα ξημερώνει και το ποτάμι απλώνεται στο βλέμμα μέχρι ν’ αγγίξει τον καινούριο ήλιο. Δίπλα του βαραίνουν το βήμα, λέγοντας κατάρες, λέγοντας προσευχές, σωπαίνει η ανάσα και πεθαίνουν. Όταν σταματάνε να  τους θάψουν φωνάζει δεν υπάρχει τίποτα να θαφτεί, κανένα χώμα σ’ αυτή την γη δεν τους δόθηκε να τους δεχτεί και να τους θάψει.  

Κάποιες φορές διακρίνουν φώτα μακριά στον κάμπο. Σαν αρπακτικά θωρούν το θήραμα από μακριά και στο σκοτάδι κατεβαίνουν και αρπάζουν από των άσπρων τις αυλές γουρούνια και νερό. Στους τοίχους βλέπουν το πρόσωπό του και από κάτω την τιμή. Σε κάθε καινούργιο χωριό, σε κάθε καινούργια πόλη, το πρόσωπο του κρεμασμένο στους τοίχους και την τιμή από κάτω να μικραίνει μέχρι που έπαψε να υπάρχει το πρόσωπο κι έπαψε να υπάρχει η τιμή. Και όσο μίκραινε η τιμή σιγούσε μέσα τους η φωνή του.          

 Δεν θυμάται τις μέρες και τις νύχτες. Έμειναν λίγοι, τρικλίζουν πίσω του οι σκιές. Τους λυπάται. Λίγο ακόμη τους φωνάζει, μιας νύχτας ακόμη δρόμος, μιας τελευταίας νύχτας προσμονή και το ποτάμι θα τελειώσει. Ακούει τα κουδούνια στον λαιμό, κάθε βήμα κι ένα κουδούνισμα, δηλητήριο, του περνάει τα κόκκαλα σαν νανούρισμα θανάτου, λιτανεία στον θεό της παγωνιάς και της νύχτας. Δεν μπορούμε να πεθάνουμε εδώ τους λέει κι ίσα που η φωνή ξεπερνάει το κουδούνισμα. Κανείς δεν τον άκουσε.  Γέρνει το κορμί του σε μια πέτρα και κοιμάται. 

Τον ξύπνησαν όταν είδαν την θάλασσα. Στον ορίζοντα  ανάμεσα στα βράχια και το χάραμα ήταν εκεί μεγάλη κι ακίνητη σαν τον ουρανό και πάνω της γυάλιζε παγωμένος, γκριζοκόκκινος ο ήλιος κάνοντας το νερό να μοιάζει σαν το αίμα στο βαμβάκι. Δίπλα της η πόλη, πέτρινο φρούριο και μέσα της οχυρωμένοι άσπροι, οικογενειάρχες, νοικοκύρηδες, εχθροί. Μια τελευταία πόλη τους φώναξε, μια τελευταία δρασκελιά κι ύστερα η γη τους. Περίμεναν την νύχτα και το φεγγάρι φώτισε τις σκιές και διέσχισαν την πόλη και τράβηξαν προς την θάλασσα. Κάποιος τρελός τους είδε, ίσως ένα παιδί άγρυπνο κάτω από το φεγγάρι.

….

Στις εκβολές της πόλης πίσω τους βλέπουν την πολιτοφυλακή με τα σκυλιά, τις φωνές και τα όπλα. Τώρα βαδίζουν στην άμμο ανάμεσα στις ιτιές και μπροστά τους η θάλασσα ν’ απλώνεται μέχρι το τέλος της ματιάς, μέχρι το τέλος του κόσμου και τα γαυγίσματα δυναμώνουν κι αυτοί τρέχουν στο νερό και χτυπάνε τα χέρια σαν σώματα καταραμένα, έκπτωτα, και το νερό τους βγάζει πάλι στην στεριά σαν βουβαλιών κουφάρια που τα ξεβράζει το ποτάμι και τα γαβγίσματα δυναμώνουν και τα κύματα χτυπάνε την στεριά κι όλη η γη κάτω από το μπλε θαμμένη κι η γη τους πουθενά.

Τα γαυγίσματα δυναμώνουν. Κάποιος τον δείχνει, δικό του είναι το φταίξιμο, χίλιες φορές να μην τον πίστευαν, χίλιες φορές φωνάζει να τον κρεμάσουν μόνοι τους να δείξουν μπρος στα σκυλιά μετάνοια.

Τον πιάνουν από τα μαλλιά και τον σέρνουν πάνω στην άμμο και τα κουδούνια του ματώνουν το πρόσωπο και γίνεται η άμμος λάσπη και σβολιάζει  κόκκινη πέτρα στα μαλλιά του. Βλέπει τα μάτια τους και πίσω τους βλέπει την θάλασσα και πέρα από αυτή δεν βλέπει τίποτα και σταματάει να παλεύει. Τον γδύνουν, δένουν τα ρούχα του σχοινί και τον κρεμούν στο δέντρο. Γυρνάει το κεφάλι και βλέπει τα σκυλιά και τα πρόσωπα των άσπρων και τους κυνηγημένους κλαίγοντας να τρέχουν προς την δύση, τα βαμβακοχώραφα κι ύστερα γυρίζει το κεφάλι κι είναι η θάλασσα, στην μυρωδιά που φέρνουν τα κύματα μυρίζει τα πάντα, θυμάται τα πάντα, τα σκυλιά δεν κλαίνε σκέφτεται, τα σκυλιά δεν κλαίνε, κλείνει τα μάτια και κοιμάται στο θρόισμα του ανέμου πάνω στα κουδούνια$

Advertisements