νότος

by nakedsparrows

Άνοιξε το παράθυρο και με το βλέμμα διέσχισε τον δρόμο κι άγγιξε τον ορίζοντα. Σουρούπωνε. Οι βιτρίνες είχαν κατέβει, τα καφέ είχαν μαζέψει τα τραπεζάκια κι έξω δεν κυκλοφορούσαν παρά  σκόρπιοι περαστικοί και δυο αδέσποτα σκυλιά  που κυνηγιούνταν και πάλευαν στην μέση του δρόμου.

Πήρε μια βαθειά ανάσα νιώθοντας την σκόνη από το πεζοδρόμιο και ξαναγύρισε προς το δωμάτιο.

Δεν θα ταν παρά 5 λεπτά που είχε ξυπνήσει και τα μάτια ήταν ακόμη πρησμένα, το στόμα στεγνό, το μυαλό ακίνητο. Μέτρησε τα ψιλά πάνω στο γραφείο, είδε ότι φτάνουν για καφέ κι ένα πακέτο τσιγάρα, σήκωσε το τηλέφωνο και ζήτησε από την ρεσεψιόν να του τα στείλουν. Στην ερώτηση του υπαλλήλου αν επιθυμούσε κάτι για φαγητό, ξανακοίταξε τα κέρματα κι απάντησε όχι.

Ξανάπεσε στο κρεβάτι.

Είχε σχεδόν ένα μήνα εδώ, για την ακρίβεια –αν μπορούσε πλέον να υπολογίζει σωστά- 28 μέρες. Είχε πληρώσει προκαταβολικά για το δωμάτιο, ξέροντας πως σε κάθε άλλη περίπτωση θα τρωγε τα λεφτά μέσα σε μια δυο μέρες μεθοκοπώντας σε κάποιο μπαρ κερνώντας δεξιά κι αριστερά γυναικείες σάρκες και μεθυσμένους μπατίρηδες. Αυτά ήταν τα τελευταία του χρήματα, προς το παρόν ή για πάντα, δεν μπορούσε να ξέρει, αλλά σε κάθε περίπτωση έπρεπε να τα ξοδέψει για μια και μοναδική φορά στην ζωή του για ένα σκοπό, ένα σχέδιο. Κλείστηκε σ’ αυτήν την τρύπα που συνήθως χρησίμευε για βίζιτες και παράνομα ζευγάρια για να γράψει κάτι, οτιδήποτε, και μετά τα πράγματα ας έπαιρναν τον δρόμο τους.

Μ’ αυτό κατά νου την δεύτερη μέρα αγόρασε μια γραφομηχανή, καινούργια, του κουτιού- δεν του άρεσαν τα μεταχειρισμένα πράγματα- και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο μαζί με δύο πακέτα χαρτιού κι ένα πράσινο, νεοκλασικό πορτατίφ για να φωταγωγεί την έμπνευσή, φάρος να καθοδηγεί τις μούσες στο σκοτάδι.

28 μέρες μετά, και δεν έχει γράψει λέξη. Τίποτα. Για την ακρίβεια την πρώτη μέρα έγραψε γύρω στις 200 φορές τ’ όνομά του κι άλλες τόσες την λέξη καλημέρα, αντέγραψε ένα άρθρο εφημερίδας και τίποτα. Nada.Πάει ένας χρόνος που τα σχεδίαζε όλα αυτά, ν’ αφήσει την δουλειά του, δυο τρεις σκόρπιους συγγενείς και φίλους και να κλειστεί σ’ ένα δωμάτιο, ξένος ανάμεσα σε ξένους, και να μιλήσει με τον εαυτό του καθαρογράφοντας την συνομιλία τους σε χαρτί. Έτσι, από ματαιοδοξία, ίσως να ταν και απόγνωση.

28 μέρες μετά δεν υπάρχει καμιά συνομιλία. Μόνο ένα κενό, ένας ήχος σαν βούισμα σφηκοφωλιάς στο μυαλό που διακόπτεται από σπασμωδικά όνειρα, μπορεί να ναι και εφιάλτες, που τον ξυπνάνε πιο άδειο από πριν. Ίσως, να χει αρχίσει να τρελαίνεται. Δεν θέλει και πολύ, σκέφτεται, κοιτώντας τους μουχλιασμένους τοίχους, την κιτρινισμένη λεκάνη της τουαλέτας, τα ισχνά του χέρια. Πρέπει να χει χάσει τουλάχιστον 10 κιλά, κάποιες μέρες ξέχναγε και να φάει, κι όταν έτρωγε, έτρωγε μηχανικά παγωμένες πατάτες που τον έκαναν να ξερνάει.

Δεν είναι ζωή αυτή, ψιθύρισε, δεν ξέρω αν ποτέ ήταν, αλλά τα χω χαμένα και πέταξε μία βρώμικη κάλτσα πάνω στην γραφομηχανή. Σκέφτηκε να την πουλήσει, θα πιανε πάνω κάτω τα μισά από αυτά που την αγόρασε, χρήματα αρκετά να περάσει 3-4  ακόμη μέρες στο ξενοδοχείο, αλλά μετά θυμήθηκε ότι ο λόγος που ταν εδώ ήταν αυτή η γαμημένη η γραφομηχανή, αλλιώς καλύτερα να

Χτύπησε η πόρτα και σταμάτησαν οι σκέψεις του, σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήρε την κάλτσα από την γραφομηχανή, την φόρεσε κι άνοιξε. Ο υπάλληλος, κοίταξε δεξιά κι αριστερά το δωμάτιο, μ’ ένα ύφος απορίας και  απέχθειας, ψέλλισε ο καφές σας, τα τσιγάρα σας, μέτρησε προσεκτικά τα ψιλά και ρωτώντας αν θέλει κάτι άλλο, πριν ακόμη πάρει απάντηση είχε ήδη βγει από το δωμάτιο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Χειρονομία αποδοκιμασίας, σκέφτηκε, που δεν του δωσε φιλοδώρημα. Ας είναι. Άφησε την πόρτα όπως ήταν, ακούμπησε τον καφέ και τα τσιγάρα στο γραφείο και ξαναγύρισε στο κρεβάτι.

Από τον διάδρομο ακούγονταν γέλια. Ακόμη ένα ζευγάρι της ώρας, fast food ζευγάρια, ίσως αν του μεναν λεφτά να χε παραγγείλει, μαζί με τον καφέ και τα τσιγάρα, μια συντροφιά για ανταλλαγή σωματικών υγρών και λίγες αμήχανες κουβέντες. Όμως δεν είχε. Έπεσε ο προϋπολογισμός έξω, σκέφτηκε και γέλασε. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά που έμενε χωρίς χρήματα και χωρίς γυναίκα. Σηκώθηκε, έκλεισε τις κουρτίνες να μην μπαίνει το κόκκινο φως του ετοιμοθάνατου ήλιου και το κίτρινο από τις λάμπες του δρόμου και γύρισε πάλι στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Κουρασμένος με την σκέψη ότι δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα.

Λαγοκοιμάται. Γυρίζει από εδώ και από κει σαν να παλεύει, τυλίγεται το σεντόνι γύρω από το κορμί του, ιδρώνει, σκάει, πνίγεται. Αποφασίζει να σηκωθεί. Ίσως, σκέφτεται, είναι καλύτερα να κατέβει στον δρόμο και να περπατήσει. Έχει άλλωστε σχεδόν νυχτώσει, κανείς δεν θα τον δει, δεν θα προσέξει τα βρώμικα, τσαλακωμένα ρούχα, κανείς δεν θα τον περάσει για ζητιάνο και λίγος καθαρός αέρας μπορεί να του ξεπλύνει το μυαλό, την κενότητα στο βλέμμα. Σηκώνεται, ρίχνει νερό στο πρόσωπο, παρατηρεί τον εαυτό του στον καθρέφτη, τα λιγδιασμένα μαλλιά, τα γένια, και συνειδητοποιεί ότι πάει καιρός από την τελευταία φορά που παρατήρησε το πρόσωπό του. Έχει αλλάξει. Χωρίς να ναι σίγουρος αν η αλλαγή συντελέστηκε μέσα ή έξω του, με αυτόν παρών ή κάπου αλλού, έχει αλλάξει. Είναι σαν να ναι κάποιος άλλος εκεί μέσα, πίσω από το γυαλί, ολόιδιος αλλά ξένος, τόσο ξένος και ίδιος που τον φοβίζει. Άραγε, να τον φοβάται και κείνος; Δεν μπορεί να είναι αυτός, δεν γίνεται, είναι σίγουρος. Είναι ψεύτικος, και για να τον εξαφανίσει, ξηλώνει  ένα κομμάτι από το πλακάκι του τοίχου και αρχίζει να χαράζει μια γραμμή στο δεξί μάγουλο. Αυτό σκέφτεται, θα ξεδιαλύνει το ψέμα, θα ματώσω ενώ αυτός πίσω από το γυαλί θα μείνει ίδιος κι άσπιλος, διαφοροποιώντας μας έτσι μια και καλή.

Νιώθει το αίμα ζεστό να κυλάει στο δέρμα, κι ύστερα στάζει στον νιπτήρα κι αναμειγνύεται με σταγόνες νερού, κάνοντας το να μοιάζει με πορφυρή μέδουσα  παλλόμενη κάτω από το φως και το κύμα˙ σαν αστρικό νεφέλωμα κρεμασμένο από το χάος. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει μέσα στον καθρέφτη. Μάτωσε και κείνος. Απλώνει το χέρι κι αγγίζει απαλά την πληγή πίσω από το τζάμι. Την χαϊδεύει. Με την άκρη από το μανίκι του πουκάμισου προσπαθεί να σκουπίσει το αίμα από πάνω της αλλά αυτό παραμένει ακόμη εκεί, κυλάει σαν ρέμα ρυακιού κάτω από τον διάφανο πάγο. Θέλει να κλάψει αλλά νιώθει την σταγόνα να χει πετρώσει πίσω από το μαύρο του ματιού. Και τι δεν θα δινε, θα πούλαγε την όποια ψυχή του στον όποιο διάβολο, αρκεί αυτή την ώρα να μπορούσε να κλάψει, να γεμίσει ο νιπτήρας, η πλάση ολόκληρη από δάκρυα και δάκρυα και δάκρυα, σαν χείμαρρος να ξεχυθούν στο δωμάτιο, στον δρόμο και να ξεπλύνουν τα πάντα και για πάντα. Πως μπορείς, σκέφτηκε, να ζεις αν δεν μπορείς να κλάψεις, πόσο απροσπέλαστο μπορεί να γίνει το κίτρινο της μέρας αν για μια στιγμή δεν μπορείς να πεις παραδίνομαι, έχασα, άκουσέ με όπου κι αν είσαι, όποιος κι αν είσαι, γύρε την ματιά σου για μια στιγμή σε τούτο το δωμάτιο, σε τούτο το λιπόσαρκο κομμάτι κρέας, που σου λέει, ουρλιάζει, έχασα και λύτρωσέ το, λύτρωσέ με, κι αν δεν μπορείς, τουλάχιστον δώσμου δάκρυα. Έστω μια σταγόνα. Σ’ ικετεύω.

Αλλά δεν έκλαψε. Δεν υπάρχει κανείς να τον ακούσει, δεν υπάρχεις ούτε εσύ, ψιθύρισε και βγήκε από το μπάνιο.

Πήρε ένα τσιγάρο και περπάτησε ως το παράθυρο. Η νύχτα για μια ακόμη φορά ήταν εκεί με το σκοτάδι και τον κρύο αέρα της να του χαϊδεύει το πρόσωπο, γιατρικό που στάζει πάνω στην πληγή. Ρουφάει το τσιγάρο, αφήνοντας τον καπνό να πλανηθεί κάτω από το φεγγάρι.  Άραγε, που να πάει και να καταλήγει αυτός ο καπνός; Να χει κάποιον προορισμό, σαν τα αποδημητικά πουλιά, ή απλώς περιπλανιέται, μπλέκεται με αέρα και βροχή και σκόνη ώσπου να γίνει χώμα; Να ναι διαφορετική η μοίρα των ανθρώπων από αυτής εδώ την τζούρας; Ρουφάει άλλη μια αλλά αυτή την φορά προσπαθεί να κρατήσει όλο τον καπνό μέσα του – αυτή την φορά δεν θα τον αφήσει να πάει πουθενά.

Από δίπλα ακούγεται ένα κλείσιμο πόρτας, κι ύστερα βήματα στον διάδρομο.

Γεια

Βλέπει ότι έχει αφήσει την πόρτα ανοιχτή και πίσω της ένα κορίτσι μ’ έντονα βαμμένα χείλη κι αμήχανο χαμόγελο.

Γεια

Να μπω; Πέρναγα στον διάδρομο και σε είδα να κάθεσαι στο παράθυρο και σκέφτηκα θα θες παρέα.

Συνέχισε να χαμογελάει, το ίδιο αμήχανα, κρέμεται το γέλιο της από τα χείλια σαν κάποιος να της το έχει ράψει εκεί, μέρα και νύχτα σαν κούκλα σε βιτρίνα. Παρατηρεί τα στεγνά της άκρα, τα ταλαιπωρημένα μαλλιά, μοιάζει με αχυρένιο ομοίωμα, σκιάχτρο που ξορκίζει για λίγο τα κοράκια της μοναξιάς από το μυαλό και την σάρκα.

Αν θέλω τι, ρώτησε σαν να ξυπνούσε από όνειρό

Παρέα.

Δεν έχω μία.

Κρίμα, μπορεί μια άλλη φορά, είπε

Ναι, μια άλλη φορά.

Θα μου δώσεις έστω ένα τσιγάρο?

Της απλώνει το πακέτο, κι αυτή παίρνει ένα και τ’ ανάβει, κοιτάζοντας πλάι του έξω από το παράθυρο.

Ωραία νύχτα, λέει. Καθόλου σύννεφα. Αν δεν δούλευα θα καθόμουν με μια μπίρα στο μπαλκόνι και θα κοίταζα ψηλά, το γαμημένο φεγγάρι και τα γαμημένα αστέρια, θα καθόμουν και θα κοίταγα δεξιά και αριστερά να πετύχω κάποιο να πέφτει και θα ευχόμουν ό,τι μου ρχόταν πρώτο στο κεφάλι. Όχι ότι πιστεύω σε κάτι τέτοια, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Δεν θα το κούναγα ρούπι μέχρι να βλεπα ένα να πέφτει. Μέχρι να ξημέρωνε. Κάποιο θα πεφτε, δεν γίνεται, είναι τόσα εκεί πάνω.

Μείνανε σιωπηλοί και κοίταζαν, αυτός στον δρόμο, αυτή τον ουρανό. Αυτός δεν σκεφτόταν τίποτα, απλά κοίταζε, κάπνιζε, σιωπούσε.

Φαίνονται όλα ξεκάθαρα απόψε, του είπε. Oι αρκούδες, ο σταυρός, όλα τους.

Σήκωσε το βλέμμα.

Ξέρεις γιατί τον λένε σταυρό του νότου;

Δεν ξέρω είπε, αλλά ήξερε

Θα σου πω εγώ, κάποιος πρέπει να μιλάει. Τον λένε έτσι γιατί, πρώτα πρώτα μοιάζει με σταυρό, και μετά γιατί βρίσκεται πάντα στον νότο. Όταν δεν είχαν πυξίδα, παλιά, οι ναυτικοί κοίταγαν να τον βρουν, φαίνεται πάντα, μέρα νύχτα, κι έτσι καταλάβαιναν που πήγαιναν. Σαν να ταν φάρος.

Δεν την άκουγε. Θυμόταν

…βέβαια, εδώ πάνω, στα βουνά, δεν τα χρειαζόμαστε αυτά, δεν έχουμε βάρκες, ούτε θάλασσα, αλλά είναι ωραία ιστορία. Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά και πέταξε την γόπα στον δρόμο, κι οι τελευταίες της σπίθες ξεκόλλησαν από πάνω της αιωρούμενες στο σκοτάδι σαν πυγολαμπίδες.

Άργησα, είπε, πρέπει να φύγω, γιατί θα περάσει η νύχτα και δεν θα χω βγάλει τίποτα. Ευχαριστώ για το τσιγάρο.

Τίποτα

Καθώς έφευγε, πρόσεξε την γραφομηχανή πάνω στο γραφείο.

Είσαι συγγραφέας, ποιητής, κάτι τέτοιο ε; Για αυτό δεν μιλάς πολύ, είστε όλοι περίεργοι εσείς, μόνο διαβάζετε και γράφετε. Τι γράφεις τώρα;

Τίποτα, απλά την αγόρασα και την άφησα εκεί. Δεν έχω γράψει λέξη.

Καλά, μην λες, δεν πειράζει, και να μου λεγες μάλλον δεν θα καταλάβαινα, είπε και γύρισε ξανά προς την πόρτα.

Σ’ αρέσει; την ρώτησε

Ποιο πράγμα;

Η γραφομηχανή

Αν μ΄ αρέσει η γραφομηχανή; Καλή είναι, αν και δεν ξέρω απ’ αυτά. Φαίνεται καινούργια. Γιατί ρωτάς;

Πάρε αυτήν.

Και την να την κάνω; Δεν έχω σκοπό να γράψω τίποτε, ούτε τώρα ούτε ποτέ. Πώς να στο πω, χρειάζομαι λεφτά και δουλεύω για λεφτά. Μια άλλη φορά, δεν πειράζει.

Τον κοίταξε και στα μάτια της διέκρινε μια απόχρωση θλίψης. Μπορεί και να ταν ιδέα του, η απλή αντανάκλαση μιας δικής του σκέψης.

Κι έφυγε. Πριν της πει καληνύχτα. Την άκουσε να κατεβαίνει τις σκάλες, του φάνηκε πως άκουσε τα πρώτα της βήματα στον δρόμο κι ύστερα δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τίποτα.

Τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο, τ’ άναψε, δοκίμασε τον κρύο καφέ κι ένιωσε μόνος. Κατάλαβε ότι είναι μόνος αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα- δεν μπορούσε πια να κλάψει. Δεν μπορούσε να κάνει τ’ οτιδήποτε. Ένιωσε να βυθίζεται αδρανής σ’ έναν λαβύρινθο έξω από τον χρόνο και τον τόπο, μετέωρος κομήτης στον ορίζοντα των γεγονότων.

Άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα, μετά άλλο ένα, δεν περίμενε κανέναν, ούτε είχε ζητήσει τίποτα από την ρεσεψιόν.

Άνοιξε, ίσως με κάποια περιέργεια, μπορεί να ταν και λίγα θρύψαλα ελπίδας. Είναι σαν το αλάτι στο νερό, δεν εξαφανίζονται ποτέ, σκέφτηκε.

Εκείνη.

Το υπολόγισα. Μπορεί αύριο πρωί πρωί να βρω κάπου να την πουλήσω. Κάτι θα πιάνει, είναι σαν καινούργια.

Το ίδιο χαμόγελο.

Πάω στο μπάνιο να ετοιμαστώ, δεν θ’ αργήσω. Και δεν άργησε.

Ένιωσε το λιπόσαρκο κορμί της ν’ ακουμπάει το λιπόσαρκο κορμί του, άδεια συγκοινωνούντα δοχεία, κι ήταν σαν να ζευγαρώνει με την αδερφή του έχοντας αυτήν την στιγμή τόσα κοινά οι δυο τους κι ήταν αδύνατο για τον οποιοδήποτε πόθο να βρει μια χαραμάδα να σταθεί ανάμεσά τους.

Τέλειωσε γρήγορα και απέμειναν να κοιτάζουν το ταβάνι.

Τι θα ευχόσουν πρώτο απ΄ όλα, την ρώτησε

Ε;

Μου πες ότι θα ήθελες να καθόσουν και να κοίταζες τ’ αστέρια με τις ώρες μέχρι να δεις ένα να πέφτει. Τι θα ευχόσουν;

Είναι τόσα πολλά, δεν θα ξερα τι να πρωτοδιαλέξω. Εσύ;

Να βρισκα κάποιο νόημα.

Α, αυτό δεν γίνεται,  απ’ όποια μεριά και να το δεις, όσα αστέρια και να πέσουν, δεν υπάρχει νόημα. Το χω ψάξει κι εγώ αλλά τώρα το άφησα, έχω σταματήσει να σκέφτομαι τέτοια πράγματα. Τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Προς το παρόν θα διάλεγα κάτι πιο απλό. Ας πούμε λεφτά κι ένα καθαρό σπίτι, με καθαρά σεντόνια, καθαρά τραπεζομάντηλα, μπορεί κι έναν μικρό κήπο. Σίγουρα έναν κήπο. Κάτι τέτοιο, είπε, κι άρχισε να ντύνεται.

Πρέπει να φύγω. Ευχαριστώ για την παρέα, είπε κι είχε ήδη βγει από την πόρτα όταν της φώναξε ότι ξέχασε να πάρει την γραφομηχανή.

Α, ναι. Δεν πειράζει, κράτα την.

Πάρτην.

Του γέλασε.

Μπορεί και να τα ξαναπούμε. Κι αύριο κάπου εδώ θα γυρνάω, αν βρεις λεφτά ή άλλη γραφομηχανή, πες μου. Ή νόημα. Ειδικά το τελευταίο. Γεια. Πήρε την γραφομηχανή κι έφυγε.

Γύρισε  προς το παράθυρο. Την παρατηρούσε να βαδίζει στον έρημο δρόμο, φορτωμένη το νεκρό σίδερο στο κορμί της. Όταν απομακρύνθηκε, την είδε να γυρίζει το κεφάλι και να κοιτάζει προς το δωμάτιό. Ίσως και να το φαντάστηκε. Ύστερα προχώρησε λίγα ακόμη βήματα κι άφησε την πληρωμή της πάνω σ’ ένα παγκάκι. Στο τέλος του δρόμου έστριψε κι ύστερα έγινε σκιά, μικρότερη σκιά και χάθηκε.

Αργούσε να ξημερώσει. Είδε το άδειο γραφείο στην γωνία. Ντύθηκε, έβαλε τα λίγα πράγματα του σε έναν σάκο, έριξε νερό στο πρόσωπό και βγήκε από το δωμάτιο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί.. Έκλεισε την πόρτα και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Ο υπάλληλος στην ρεσεψιόν είχε γείρει στην καρέκλα και κοιμόταν. Καλύτερα, δεν είχε την διάθεση να δει κανέναν. Οι πλάκες του δρόμου ήταν υγρές και δειχναν όμορφες έτσι που αντανακλούσε πάνω τους το φως. Δεν ήταν κανείς τριγύρω. Πέρασε από το ξύλινο παγκάκι, είδε την γραφομηχανή να στέκει μόνη της και να κοιτάζει στον δρόμο όμοια με  γέρο που περιμένει κάποιον να του μιλήσει. Άπλωσε το χέρι και την χάιδεψε. Ένιωσε την υγρασία της νύχτας στα πλήκτρα της, σκέφτηκε τον ήλιο που θα την χτυπάει το ξημέρωμα, κι έβγαλε από τον σάκο ένα πουλόβερ και την σκέπασε. Σαν μωρό στην κούνια, σκέφτηκε, και την άφησε να κοιμηθεί. Σήκωσε το βλέμμα κι είδε τον ουρανό. Πάνω από τα βουνά κανένα αστέρι δεν έπεφτε, όλα τους έλαμπαν γερά στερεωμένα στην θέση που τους έλαχε και τράβηξε προς τον νότο$

 

Advertisements