δύσκολη μέρα

by οβροχοποιός

Έβρεχε όλο το απόγευμα κι οι σταγόνες, ψιλές και παγωμένες κυλούσαν μέσα απ’ τον γιακά και σαν σφαίρες άγγιζαν το δέρμα. Δεν υπήρχαν άλλοι διαβάτες στον δρόμο παρά μόνο αυτοκίνητα με τα φώτα αναμμένα να πέφτουν σε λακκούβες στην άκρη το δρόμου και κάθε τόσο, λουζόμουν την λάσπη τους κάνοντάς με να δείχνω κάτι σαν ζητιάνος, άστεγος, ο τρελός του χωριού. Στην τελική, μπορεί και να μουν.

Κατά κάποιο τρόπο, μόλις μ’ είχαν απολύσει. Από την άλλη, δεν είχα προσληφθεί ποτέ, αλλά για μια εβδομάδα, από τις 8 το πρωί και για 8 ώρες πήγαινα κι έκανα ό,τι μου λεγαν, χάριν δοκιμής. Το εργοστάσιο έφτιαχνε ευχετήριες κάρτες και δικιά μου δουλειά ήταν να κολλάω αυτοκόλλητα  με κωδικούς στα κιβώτια με τις καινούργιες κάρτες κι ύστερα να τα βάζω στην σωστή τους θέση. Φούξια ετικέτα για κάρτες ερωτευμένων, μπλε για αυτές των γενεθλίων, ασημί για επαγγελματικές και πάει λέγοντας.  Ήταν γύρω στις 10 κατηγορίες, και άλλες τόσες υποκατηγορίες. Για παράδειγμα, άλλος κωδικός αναγράφονταν πάνω στην μπλε ετικέτα, ανάλογα αν οι κάρτες είχαν ζωγραφισμένα πάνω τους αρκουδάκια, σκιουράκια, και διαφορετικός αν τα σχέδια ήταν πιο σοβαροφανή˙ άλλος κωδικός για τις ακριβές κι άλλος γι ’ αυτές της 1 λίρας κτλ. Ακούγεται εύκολη δουλειά, αλλά δεν ήταν. Το μηχάνημα γεννούσε ακατάπαυστα κάρτες, χιλιάδες κάρτες, και δεν είχες παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα να κολλήσεις την σωστή ετικέτα και να κουβαλήσεις το κουτί στην καθορισμένη θέση μέσα στην αποθήκη αλλιώς βρισκόσουν περικυκλωμένος από κύματα σ’ έναν ωκεανό καρτών μην έχοντας ιδέα πως να ξεφύγεις. Και το πράγμα δυσκόλευε με τον προϊστάμενο από πάνω να κοιτάζει και να σημειώνει, να κοιτάζει και να σημειώνει για 8 ώρες χωρίς σταματημό. Ήθελα να δω αν στ’ αλήθεια έγραφε κάτι σε κείνο το μπλοκ, ή μόνο τραβούσε γραμμές, σχεδίαζε ανθρωπάκια και μουντζούρες, κι απλά προσποιούταν για να μας κρατάει αγχωμένους και υπό έλεγχο. Είναι ν’ απορείς ποιοι στέλνουν τόσες κάρτες. Στο μυαλό μου αυτοί οι τύποι που σηκώνονται, συνωστίζονται στα εμπορικά κέντρα για να τις αγοράσουν είναι τουλάχιστον μακάριοι. Και δεν μπορούσα να βρω  κανέναν τέτοιον στα νυσταγμένα κι άχρωμα πρόσωπα των άλλων εργατών στο εργοστάσιο, στις τετράγωνες φάτσες πίσω από τα βρεγμένα παρμπρίζ, στον μουσκεμένο πωλητή χοντ ντογκ στην γωνία.

Τις δυο πρώτες μέρες έμενα ξύπνιος τα βράδια και αποστήθιζα κωδικούς και χρώματα για να μουν έτοιμος το επόμενο πρωί. Νομίζω τα κατάφερνα καλά, δεν θυμάμαι να κανα κάποιο σοβαρό λάθος κι ο  προιστάμενος έδειχνε ευχαριστημένος μαζί μου. Μου λεγε ότι ήμουν από τους λίγους εκεί μέσα που καταλάβαινα με την μία τι μου ζητούσαν, κι όταν θα φτανε η ώρα να αποφασίσουν αν θα με προσλάμβαναν ή όχι, θα επέμενε για μένα. Κι έτσι μακάριος που τα κατάφερνα καλά, συνέχιζα να βάζω τις κάρτες στην σωστή τους θέση, έτοιμες ν’ ανταμώσουν τους μακάριους. Ο μήνας του μέλιτος κράτησε μόλις 5 μέρες, μέχρι εκείνο το πρωινό που γύρισε ο διευθυντής από διακοπές. Ένα ανθρωπάκι, περίπου 35 χρονών, 1 και 60 με ξινισμένα μούτρα, κόκκινα μαλλιά και σπυριά στο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση, δεν τον έκοβα για άνθρωπο που έστελνε κάρτες. Με το που τον είδαμε, ο προιστάμενος με τράβηξε σε μια γωνιά και μου είπε να πάω να του συστηθώ κι αυτό έκανα μόλις τον είδα να μπαίνει στο γραφείο του.

Χτύπησα το τζάμι της πόρτας αλλά δεν πήρα απάντηση. Κουνήθηκα δεξιά κι αριστερά για να με δει, έβηξα, και ξαναχτύπησα την πόρτα. Με είδε αλλά και πάλι δεν απάντησε. Περίμενα άλλα 2 λεπτά, και βλέποντας ότι σε λίγο ξεκίναγε η βάρδια μου, ξαναχτύπησα. Αυτή την φορά μου κανε νόημα να περάσω. 

Καλημέρα, είπα.

Δεν είπε τίποτα. Ούτε καν με κοίταξε. Έβλεπε στην γωνία του δωματίου μια εκπομπή μαγειρικής όπου μια μελαχρινή με μεγάλα στήθη έφτιαχνε σούπες αγγλικές κι άνοστες. Είχε απορροφηθεί τελείως από την μαγείρισσα˙ αν δεν ήμουν εκεί τον φαντάστηκα να πλησιάζει κοντά στην τηλεόραση, και πάνω από το σκονισμένο γυαλί να γλείφει τα βυζιά της.

Έχω από την αρχή της εβδομάδας που δουλεύω εδώ. Στον τομέα β, είπα.

Τελικά πήρε το βλέμμα από πάνω της και με ρώτησε από πού είμαι. Δεν μου πρότεινε να καθίσω.

 Ελλάδα.

Και τι κάνεις εδώ, ρώτησε και ξαναγύρισε προς την τηλεόραση.

Σπουδάζω

Α, δεν είσαι εντελώς αγράμματος τελικά. Λάθος εντύπωση είχα.

Κακοκεφιές ύστερα από διακοπές σκέφτηκα και κοίταξα το ρολόι˙ η ώρα πλησίαζε 8.

Θέλετε κάτι άλλο, ρώτησα, σε λίγο ξεκινάει η βάρδια μου.

Γιατί πότε θέλησα κάτι από σένα; Δεν είπα τίποτα, αυτός είχε το καρπούζι, αυτός και το μαχαίρι.

Έπιασα κανονικά δουλειά, κολλώντας σωστές ετικέτες και κωδικούς για 8 ώρες ώσπου η ώρα πήγε 4 κι ετοιμάστηκα να φύγω. Πήγα στα μπάνιο, έβγαλα την γκρι φόρμα και την έχωσα σ’ έναν φωριαμό χωρίς όνομα. Όντας η τελευταία μέρα της δοκιμής, ρώτησα τον προϊστάμενο αν με προσέλαβαν και την Δευτέρα έπιανα κανονικά δουλειά. Πήγαινε βρες το αφεντικό, είπε, δεν είναι δική μου δουλειά να προσλαμβάνω. Ό,τι πει εκείνος.

Ξαναστάθηκα έξω από το γραφείο του και χτύπησα την πόρτα.

Μίλαγε στο τηλέφωνο και μου κανε νόημα να περιμένω. Περίμενα 10 λεπτά ενώσω εκείνος μίλαγε, κι άλλα 2-3 αφού το χε κλείσει. Ήταν φανερό, το κανε επίτηδες. Ξαναχτύπησα αλλά πάλι δεν απάντησε. Μην μπορώντας να περιμένω αιώνια έξω από την πόρτα χτύπησα ξανά, άνοιξα και μπήκα.

Συγνώμη που, άρχισα να ψελλίζω

Σου είπα να μπεις και δεν το ξέρω;

Απλώς θέλω να ρωτήσω αν

Τίποτα μην ρωτήσεις, βγες έξω, είπε κουνώντας το χέρι του, δεν έχω χρόνο να μιλάω με τον οποιοδήποτε.

Για κάποιο λόγο ο τύπος με μισούσε. Λες κι ήταν δικό μου φταίξιμο που γεννήθηκε κοντός κι άσχημος με όλα αυτά τα σπυριά καρφιτσωμένα στην μούρη. Αλλά δεν ήταν.

Φαντάζομαι δεν με προσλαμβάνετε.

Σωστά, το κατάλαβες.

Τσάμπα δηλαδή δούλευα όλες αυτές τις μέρες;

Δικό σου θέμα. Θέλεις τίποτα άλλο;

Ο προιστάμενος στον τομέα μου, έλεγε τα πάω μια χαρά. Δεν σας είπε τίποτα;

Δεν έχω ιδέα τι μου λες, είπε, και γύρισε προς την τηλεόραση. Αυτή την φορά έβλεπε μία 50αρα με ντεκολτέ να λέει τον καιρό, ακουμπώντας τα στήθη της ανάμεσα σε σύννεφα, βροχές και κεραυνούς. Με μισούσε, το κομπλεξικό ανθρωπάκι με μισούσε, μόνο που τώρα το μισούσα κι εγώ.

Ανθρωπάκι είσαι άσχημος, είπα.

 Τι;

Eίσαι άσχημος, πολύ άσχημος

Σήκωσε αμέσως το τηλέφωνο κι άρχισε να χτυπάει τα πλήκτρα σαν δαιμονισμένος. Λογικά θα έπαιρνε την ασφάλεια για να με πετάξουν έξω. Το πρόσωπό του είχε πυρωθεί από την ντροπή και τα νεύρα, κάνοντας τα σπυριά του να μοιάζουν μ’ ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν και να ξεράσουν πύον. Μην θέλοντας να λερωθώ, πήρα τα πράγματά μου κι έφυγα χωρίς να χαιρετήσω κανέναν με συνοδεία τις βρισιές του.

Στο προαύλιο, ο προιστάμενος ετοιμάζονταν να μπει στο αυτοκίνητο του και να φύγει. Όταν με είδε προσπάθησε ν’ αποφύγει το βλέμμα μου. Σκέφτηκα να πάω να του ρίξω μία μπουνιά, έστω να τον βρίσω που δεν είπε λέξη για μένα, αλλά τον λυπήθηκα βλέποντάς τον ιδρωμένο, παχύ και γερασμένο πριν την ώρα του, ένας ακόμη οικογενειάρχης, σκέφτηκα, κλεισμένος σ’ ένα άχρωμο σπίτι να βλέπει τον τροχό της τύχης παρέα με μια χοντρή σύζυγο που χύνει δύσκολα, 4 παιδιά κι ένα δάνειο. Δεν μπορούσε παρά να σκύβει το κεφάλι, να γλείφει τον διευθυντή και να μηρυκάζει τον μικρόκοσμο. Δεν του είπα τίποτα, πέρασα την πύλη και βγήκα στον δρόμο.

Πήγα στην στάση του λεωφορείου και κοίταξα τα δρομολόγια. Το επόμενο ήταν σε 20 λεπτά. Μέσα μου έκαιγα, νιώθοντας αδικημένος κι αδύναμος, μπουχτισμένος σαν κάποιος να μ’ είχε γεμίσει βρώμικο αέρα κι ύστερα μου φραξε το στόμα και την μύτη. Μου ταν αδύνατο να στέκομαι για 20 λεπτά ακίνητος διαβάζοντας τα νούμερα στα παρμπρίζ των λεωφορείων, κι έτσι ξεκίνησα να περπατάω. Περπάταγα για ώρες, με συνοδεία την βροχή και τον πάγο κι είχε πια βραδιάσει όταν έφτασα σπίτι. Άνοιξα το γραμματοκιβώτιο και βρήκα έναν φάκελο από Ελλάδα. Διάβασα το όνομα του αποστολέα και χάρηκα σκεπτόμενος πως η μέρα δεν θα ταν τελικά τόσο άσχημη. Ήταν ένας φίλος που του χα στείλει να διαβάσει κάποια από τα διηγήματα μου κι ήλπιζα να του αρέσουν. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες κι άνοιξα γρήγορα τον φάκελο σχεδόν σκίζοντας το περιεχόμενο του, τρελαμένος από την προσμονή. Είδα τις κόλες χαρτιού με τις ιστορίες μου και παντού κόκκινη μελάνη. Είχε γεμίσει τις σελίδες με κόμματα, τόνους, θαυμαστικά, τρεις τελείες- παντού τρεις τελείες- κι ούτε ένα σχόλιο αν του άρεσε η ιστορία αυτή καθ’ αυτή. Τίποτα. Λες και σκοπός μου δεν ήταν να διηγηθώ αλλά να περάσω στις εξετάσεις γραμματικής για φιλολόγους. Διάβασα μία σελίδα με τις διορθώσεις του, διάβασα και την δεύτερη και μετά σταμάτησα. Δεν είχε ουσία. Κάποιος από τους δυο, μπορεί και οι δύο, χάναμε το νόημα. Δεν ήταν και η πρώτη φορά. Κάθε φορά το ίδιο συνέβαινε. Έβρισκα το θάρρος και εκμυστηρευόμουν τις ιστορίες και τα ποιήματα μου σε κάποιον, κι αυτός μου τα επέστρεφε πίσω γεμάτα διορθώσεις. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι αυτό που έπαιρναν, ήταν αυτό που τους έδινα. Φτιαγμένο ή άφτιαχτο, λειψό ή ολοκληρωμένο, αυτό ήταν κι ήταν δικό μου. Ή το έπαιρναν όπως τους δίνονταν ή καλύτερα να τ’ άφηναν. Η συγγραφή, έστω και η κακή, δεν είναι πράξη δημοκρατίας. Δεν ξέρω, μπορεί και να υπερβάλλω, στην τελική μπορεί να μην αντέχω την κριτική. Όπως και να χει, πέταξα τον φάκελο στα σκουπίδια. Πήρα ένα μισοάδειο μπουκάλι τσιάντι από το ψυγείο, άνοιξα μια κονσέρβα φασόλια κι έφαγα. Η τηλεόραση έπαιζε ριάλιτι και το Σταρ Τρεκ σ’ επανάληψη. Σκέφτηκα να διαβάσω κάποιο βιβλίο -καιρό είχα να διαβάσω- και πήρα από το συρτάρι το Αβάσαλομ. Πάντα μ’ άρεσε ο Φώκνερ˙ φαντάζομαι αυτός θα βαζε σωστά τα κόμματα και τις τελείες. Διάβασα μία παράγραφο και στην δεύτερη ένιωσα τα βλέφαρα να πέφτουν. Δεν ήταν καλή μέρα η σημερινή σκέφτηκα, μπορεί αύριο να τα πήγαινα καλύτερα, πέταξα το βιβλίο στο πάτωμα κι έπεσα για ύπνο. Το επόμενο πρωί δεν θυμόμουν να ονειρεύτηκα ούτε κάρτες, ούτε αυτόγραφα πάνω σε βιβλία. Απλά σηκώθηκα, έκανα αιτήσεις για 2 δουλειές κι ύστερα έγραψα μια ιστορία για ένα φονικό σ’ έναν κάμπο με ξηραμένα σταχοχώραφα. Μου φάνηκε καλή ιστορία$

Advertisements