Και τώρα τι κατάλαβες;

by οβροχοποιός

Και τώρα τι κατάλαβες, πανάθεμά σε, τι κατάλαβες; Δες πως κατάντησες και πως κατάντησες και μένα. Και στο λεγα, συνέχεια στο λεγα, θα σε φάει το κακό σου το κεφάλι, αλλά μυαλό δεν έβαζες και τώρα να, μας πήρανε οι δαίμονοι, ψιθύρισε  ο γέρος και πέταξε το πτώμα από την πλάτη για να ξαποστάσει. Έκανε να σκουπίσει τον ιδρώτα από το πρόσωπο κι είδε την σκόνη και το αίμα να σβολιάζουν στα χέρια σαν ξηραμένο ζυμάρι. Ξεκρέμασε από τον λαιμό το παγούρι˙ το νιωσε άδειο φέρνοντάς το στο στόμα και χτύπησε τον πάτο να στάξει τις τελευταίες του σταγόνες. Κράτησε την σταγόνα στην άκρη της γλώσσας και την κύλησε πάνω στα σκασμένα χείλη, μετά έκανε με την γλώσσα να την ξαναβρεί αλλά δεν βρήκε τίποτα. Ξαναχτύπησε το παγούρι. Ακόμη μία, σκέφτηκε, μόνο μία, και θα του ταν αρκετή να ξεγελάσει για λίγο το μυαλό για να συνεχίσει τον ανήφορο. Αλλά το παγούρι δεν έσταξε και το πέταξε στο χώμα, άδειο, νεκρό σαν ξηραμένο κέλυφος  θαμμένο κάτω από τον ήλιο.

Κουβαλούσε το πτώμα του νεκρού άνδρα από το μεσημέρι και τώρα ο ουρανός έπαιρνε να πορφυρίζει και το βήμα να βαραίνει. Δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι αυτός ο ξερακιανός σ’ όλη του την ζωή, με χέρια που  κρέμονταν στο κορμί σαν κλαδιά καμένου δέντρου θα γινόταν τόσο βαρύς σαν πτώμα, σάμπως κι ο θάνατος μέσα του να ζύγιζε πιο πολύ απ’ την ζωή. Ξαναφορτώθηκε τον νεκρό, τον στέριωσε καλά στην πλάτη και συνέχισε ν’ ανεβαίνει˙ αν τα υπολόγιζε σωστά, ήταν ακόμη μιας ώρας δρόμος μέχρι την κορυφή. Θα προλάβαινε να φτάσει πριν πέσει το σκοτάδι˙ αλλά και να βράδιαζε, σκέφτηκε, θα κανε αστροφεγγιά να τα φωτίζει όλα.

Γύρισε το κεφάλι κι αντίκρισε κάτω μακριά τον κάμπο και δίπλα τα σπίτια του χωριού σαν κόκκοι αλατιού σκορπισμένα στο χώμα. Στην αρχή σκέφτηκε να τον θάψει εκεί κάτω αλλά θα βλεπαν το σκαμμένο χώμα, θα τον ξέθαβαν και βλέποντας το σημάδι στο κρανίο αργά ή γρήγορα θα βρισκαν και κείνον. Όχι, ψιθύρισε, όχι πουτάνας γιε, δεν είσαι άξιος να με πάρεις πλάι σου, όσο με σακάτεψες με σακάτεψες, δεν θα σου γίνει τούτη την φορά το χατίρι. Μόνος θα κοιμηθείς και μόνος θα πας ν’ ανταμώσεις τον διάολο. Αλλά κι αυτό δεν ήθελες; Σαν να χαν μπει στοιχειά στο αναθεματισμένο σου κεφάλι και σου τρωγαν την ψυχή λίγο λίγο μέχρι που σήμερα σε κατάπιαν ολόκληρο. Αλλιώς θα μ’ άκουγες, θα κανες πίσω και τώρα θα μασταν κι οι δυο σωσμένοι.

Αλλά δεν τον άκουσε.

Βλέπει τα πετσιά από τα παπούτσια του να κρέμονται και τα πόδια του έχουν ματώσει από τις πέτρες και το βάρος. Θυμάται τον θεό του με το σταυρό στην πλάτη, τον Γολγοθά και τα αίματα. Αυτός τουλάχιστον, σκέφτηκε, είχε τους μαθητές και την μάνα και την πόρνη την Μαγδαληνή να του δροσίζουν τα χείλη και να του δίνουν κουράγιο στον ανήφορο. Εγώ δεν έχω κανέναν, ούτε μια στάλα νερό να μου δώσει, τίποτα, και στο τέλος θα με πουν φονιά. Κι άδικο δεν θα χουν. Γιατί δεν ήταν εκεί, δεν είδαν τίποτα. Θα με πουν φονιά, κακούργε, για μια χούφτα γη κι άγρια χόρτα βρώμισες τα χέρια σου μ’ αίμα και πήρες ανθρώπου ζωή, καταραμένος να σαι. Και διπλή θα ναι η κατάρα και τ’ ανάθεμα, σκέφτηκε, τώρα που τούτος εδώ  γερμένος πάνω στην πλάτη ειν’ αίμα μου. Αλλά αυτοί δεν ήταν εκεί, δεν άκουσαν, τίποτα δεν είδαν. Εγώ όμως είδα.

Είδα το σπίτι μου το χάραμα χωρίς ψωμί και γάλα, κι ύστερα τα κοκαλιάρικά τα ζωντανά να βόσκουν ξερό χορτάρι. Και συ ουρανέ δεν έβρεξες, μήνες έχεις να στάξεις και γέμισε η πλάση πέτρα και σκόνη και πουθενά χορτάρι. Μόνο αυτό το μέρος μου μεινε, για 20 ζωντανά ίσα ίσα να βοσκήσουν να μην ψοφήσουν απ’ την πείνα. Για πείτε μου εσείς, πώς να το μοιραστείς και τι σου μένει να μοιράσεις από το τίποτα;

Κι έβαλα την πέτρα χώρισμα. Τον έπιασα και του μήνυσα, αδερφέ αυτή εδώ η πέτρα είναι σύνορο, κράτα τα από κει τα δικά σου. Αλλά αυτός δεν άκουσε, από την πρώτη μέρα τ’ άφησε λεύτερα τα ζωντανά κι έκανε λες και δεν υπήρχε η πέτρα. Και την άλλη μέρα τι ίδια πάλι έκανε, τον φοβέρισα, θα τα πάρω και θα τα σκοτώσω του πα, και δεν φταιν αυτά σε τίποτα που χεις εσύ κακό κεφάλι. Τον έβαλα να ορκιστεί πως θα τηρεί το σύνορο κι αυτός για μέρες, μπορεί και να ταν και μήνας, φύλαγε τα ζωντανά του πέρα από την πέτρα. Αλλά δεν έλεγε να βρέξει, κιτρίνισαν όλα σαν θερισμένο στάρι, σαν κάποιος να μας καταράστηκε όπως στην ιστορία με τους γύφτους και τους οβριούς για να πεθάνει ο τόπος απ’ την δίψα.

Και σήμερα είδα τα δικά του να βόσκουν πάλι στην μεριά μου. Τα κυνήγησα, με πέτρες και με φωνές τα κυνήγησα κι όταν ήρθε να δει τι γίνεται, του είπα αν τα ξαναδώ στο μέρος μου θα σκοτώσω κι αυτά κι αυτόν μαζί. Κι ο άτιμος μου όρμησε. Μ’ έπιασε από το κεφάλι και με πέταξε στον χώμα και με χτύπαγε όπως χτυπάνε τα δέρματα να μαλακώσουν, λες και δεν με είχε αδερφό, σαν να μην μας είχε γεννήσει η ίδια μάνα. Με σερνε από τα μαλλιά και θα με σκότωνε αν δεν του μπέρδευα τα πόδια και δεν τον έριχνα κάτω. Άρχισα τότε να τον χτυπάω εγώ, γέμισε το πρόσωπό του μ’ αίμα κι ύστερα είδα την πέτρα δίπλα μου, ο διάβολος την είχε βάλει, την σήκωσα και του την έδειξα. Του πα, του φώναξα να φύγει, αλλά αυτός γέλασε, ναι ο άτιμος γέλασε, του λεγα θα τον σκοτώσω και αυτός γέλαγε σαν να τανε τρελός κι ο θάνατος παιχνίδι. Με κοίταξε με μάτια ήρεμα και λυπημένα όμοια με των  αγγέλων στα κονίσματα κι ύστερα με φτυσε. Πανάθεμά σε του φώναξα, πήρα την πέτρα και τον χτύπησα μ’ όση δύναμη μου χε απομείνει. Βούλιαξε η πέτρα στο κόκαλο, σπάραξε το κορμί και πέθανε.

Είδε την κορυφή και πίσω της το άσπρο φεγγάρι να σιγοβγαίνει.  Σε λίγο έφτανε. Πήρε θάρρος, όλα θα τέλειωναν κει πάνω και αν το τέλος ήταν καλό ή άσχημο, αυτή την ώρα δεν τον ένοιαζε. Ήθελε μόνο να τελειώσει κάνοντας το χρέος του κι ύστερα να ξαποστάσει, αυτό μόνο.

Άρχισε να βαδίζει πιο γρήγορα.

Κι είναι χρέος μου, σκέφτηκε, να μην βρωμίσει σαν το σκυλί κάτω από τον ήλιο και τον κάνουν φωλιά οι μύγες˙ είναι αίμα μου, δεν μπορώ να τον αφήσω να τον φαν τα όρνια κι οι λύκοι. Αλλά κι άλλο τόσο χρέος έχω, μπορεί και πιότερο, να μην ομολογήσω τίποτα γιατί με περιμένουν στόματα να θρέψω, κι αυτοί, πουτάνας γιε, δεν φταίνε τίποτα. Μόνος το φαγες το κακό σου το κεφάλι. Ό,τι και να πουν, όσο να με κατηγορήσουν, εγώ δεν θα ομολογήσω τίποτα, θα πω σε είδα που έφευγες και τίποτ’ άλλο. Πτώμα δεν θα βρουν όσο και να ψάξουν, θα δυσκολευτούν να με δικάσουν. Δέστε με θα τους πω, είμαι γέρος άνθρωπος, τίποτα άλλο δεν χάλασα σ’ όλη μου την ζωή, τίποτα, μπορεί στο τέλος να με λυπηθούν και να μ’ αφήσουν να ψοφήσω λεύτερος σαν άνθρωπος. Κι αν στον δρόμο θα με δείχνουν και θα λεν φονιά, λίγο με κόφτει. Εγώ μονάχα ήμουνα εκεί.

Ύστερα έφτασε στην κορυφή. Κοίταξε ολόγυρα και δεν είδε παρά μόνο σκιές από βράχια και ξεραμένους θάμνους και πίσω τους το φεγγάρι. Άφησε το πτώμα σ’ έναν βράχο κι άρχισε να σκάβει. Δεν σταμάτησε ούτε όταν σπάσαν τα νύχια και τα δάκτυλα στάξαν αίμα. Έσκαψε ένα μέτρο, κι ακόμη ένα κι ύστερα σταμάτησε. Κουβάλησε το πτώμα και το ακούμπησε σιγά σιγά μέσα στο χώμα. Γύρω του οι σκιές κοιτούσαν βουβές κι ασάλευτες, αλλόκοσμοι μάρτυρες. Τις φοβήθηκε. Έψαξε την τσέπη του, κι ανάμεσα στα κουρέλια βρήκε ένα κομματάκι τυρί και τρίματα ψωμιού. Πάρε, είπε, δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω, να χεις για τον δρόμο και πληρωμή για τον μαύρο που θα ρθει να σε πάρει, και τα βαλε στην τσέπη του. Μετά είδε τα μάτια του. Δεν είχαν καμιά θλίψη και καμιά γαλήνη, άσπρα σαν να ταν γυάλινα κι άδεια από ψυχή και θεό και δαίμονες κοιτούσαν πίσω απ αυτόν, την νύχτα και πέρα από αυτήν και τα πάντα. Άπλωσε το χέρι και τα κλεισε. Ακούμπησε την πληγή κι ένιωσε το σπασμένο κόκκαλο και το δέρμα να βουλιάζει. Σκέφτηκε να του πει κάτι, αλλά δεν είχε τίποτα να του πει και δεν του είπε τίποτα. Μόνο του σφούγγιξε το αίμα και την σκόνη κι ύστερα ξήλωσε ένα κομμάτι από την φόδρα του παντελονιού και του σκέπασε το πρόσωπο.  Άρχισε να ρίχνει χώμα και σε λίγο δεν φαινόταν τίποτα, μένοντας κάτω από το φεγγάρι μόνος αυτός και οι σκιές.  Έγειρε πάνω στο χώμα και κοιμήθηκε. Δεν ονειρεύτηκε τίποτα.

Κοιμήθηκε μέχρι που τον ξύπνησε ο ήλιος. Από την κορυφή είδε την μέρα να απλώνεται σαν αχνό στρώμα πάχνης πάνω από τον κάμπο κι ύστερα κοίταξε τον ουρανό. Δεν είδε κανένα σύννεφο˙ ούτε σήμερα θα βρέξει σκέφτηκε κι άρχισε να κατεβαίνει προς τον κάμπο$

Advertisements