μια ιστορία

by nakedsparrows

Η παρακάτω ιστορία είναι ψεύτικη. Με τα χρόνια έχω γίνει σίγουρος γι αυτό. Δεν μπορεί να ‘ναι αλλιώς.

Κάποιες φορές με κοιτάζω στον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Παρατηρώ τις ρυτίδες κάτω από τα γυαλιά, τις άσπρες τρίχες που κερδίζουν την μάχη από το μαύρο, έχω πάει πια 42, σε λίγο θα μαι 50, όπως χθες ήμουν 30, και αύριο 60. Δεν με αγχώνει πια ο χρόνος, έχω πάψει ν’ ανυπομονώ και να βιάζομαι κι ό,τι είναι να ‘ρθει εντέλει έρχεται, όπως ήρθαν όλα, όμοια με τραίνο πάνω σε ράγες αφήνω την ζωή να με πάει και να με πάει, χωρίς αναταράξεις, χωρίς παρακάμψεις. Σαν εκκρεμές. Πάλεψα γι αυτή την ασφάλεια και τώρα σ’ αυτήν αφήνομαι. Την επέλεξα.
Και τότε ήταν που σταμάτησα να γράφω. Είχα ένα βιβλίο στα σκαριά, σχεδόν τελειωμένο, μου λειπαν μόνο κάποιες σελίδες. Και το τέλος. Κι έτσι ξαφνικά, δεν ξανάγραψα λέξη, έβαλα τα χειρόγραφα σε ένα κουτί και τα κρυψα στο πατρικό μου.
Έγινα γιατρός, με δικό μου ιατρείο στο κέντρο της πόλης, ένα σπίτι με κήπο και θέα την λίμνη και μια γυναίκα που έμαθα με τα χρόνια να την σέβομαι και κάποιες στιγμές να την αγαπάω. Δεν έχω παράπονο, πώς θα μπορούσα, για όσα μου δόθηκαν, δεν είναι λίγα. Σε λίγο περιμένουμε και το πρώτο μας παιδί, ο γιατρός είπε είναι κορίτσι. Θα ‘χει το όνομα της μάνας μου. Της το χρωστάω.
Ό,τι ζω, δεν μου το όρισε κανένας. Μόνος μου εγώ επέλεξα. Και σήμερα αυτή η επιλογή βαραίνει πάνω μου, με πνίγει. Σήμερα πέθανε η μάνα μου. Πάλεψε τρία χρόνια, αλλά στο τέλος νικήθηκε. Το ξέραμε ότι θα νικηθεί, θα νικηθούμε μαζί της, πλάι της όλοι μας.
Πριν λίγο πήγα την γυναίκα μου σπίτι, με φίλησε, την φίλησα για καληνύχτα, της χάιδεψα την κοιλιά και οδήγησα πάλι πίσω στο πατρικό μου. Θέλω να κοιμηθώ εκεί απόψε. Όλοι έχουν φύγει, είμαι μόνος με τον πατέρα μου και τον αδερφό μου. Καθόμαστε στο καθιστικό, εκεί που καθόμασταν πάντα, μα δεν λέμε κουβέντα. Ο πατέρας μου κλαίει. Δεν κλαίω, ακόμη δεν μπορώ να κλάψω. Του λέω να πάει για ύπνο. Κάνει όχι. Θα κοιμηθεί εκεί, λέει, στον καναπέ. Ξέρω πως δεν μπορώ να τον πείσω. Ο αδερφός μου του φέρνει μια κουβέρτα. Του κλείνουμε το φως.
Θα κοιμηθείς, ρωτάω τον αδερφό μου.
Δεν νύσταξα ακόμη, λέει.
Έλα στο δικό μου, να πιούμε κάτι, και μετά πάμε για ύπνο.
Κάθεται στο κρεβάτι κι εγώ στο γραφείο. Όλα είναι όπως τα χα αφήσει, το κόκκινο κέντημα, τα βιβλία, η γραφομηχανή, είναι όλα εδώ. Πίνω μια γουλιά κονιάκ από το μπουκάλι κι ύστερα του το δίνω.
Δεν θέλω κονιάκ, από αυτό το κονιάκ σήμερα, λέει.
Τον καταλαβαίνω. Σηκώνομαι και πάω στην βιβλιοθήκη. Ανοίγω το πάνω ντουλάπι και βρίσκω ένα μπουκάλι ουίσκι, είναι σχεδόν γεμάτο. Γελάει.
Πάντα είχα ένα φυλαγμένο κάπου, λέω. Μπορεί και να χει ξεθυμάνει.
Από πότε το χεις εκει;
Θα ναι 10 χρόνια.
Ήπια μια γουλιά. Καλό είναι, πιες, λέω και του το δίνω.
Πίνει.
Δεν λέμε τίποτα, μόνο πίνουμε. Έχει μια ηρεμία αυτή η ώρα, σαν κάτι ανώτερο να μας νανουρίζει πια από ψηλά. Πατάω με το δεξί μου χέρι τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Δουλεύουν ακόμη. Γιατί σταμάτησες να γράφεις, με ρωτάει.
Δεν ξέρω. Θα λογικεύτηκα μάλλον.
Δεν σου λείπει;
Το χω ξεχάσει πια. Είναι τόσα άλλα στο μυαλό μου. Πιο σημαντικά.
Ξανάπιαμε από μια γουλιά.
Θα της δώσεις το όνομα της μαμάς?
Ναι.
Έχει ωραίο όνομα η μαμά. Θα της ταιριάζει, λέει και δακρύζει.
Πιες, του λέω. Πιες.
Δεν θέλω άλλο, θα πάω να ξαπλώσω λίγο.
Παίρνουμε ο ένας τον άλλον αγκαλιά.
Καληνύχτα, κοίτα να κοιμηθείς, του λέω.
Κι εσύ, λέει.
Ξέρουμε και οι δυο πως δεν θα κοιμηθεί κανένας μας.
Κάθομαι ξανά στο γραφείο και συνεχίζω να πίνω χωρίς να σκέφτομαι τίποτα. Πατάω τα πλήκτρα της γραφομηχανής, κι αυτό το τακ τακ με νανουρίζει. Όπως με νανούριζε τότε. Σέρνω το δάκτυλό μου πάνω της, από την μια της άκρη ως την άλλη. Δεν έχει σκόνη, είναι καθαρή. Μου την καθάριζε. Σηκώνομαι και ψάχνω πίσω από τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Βλέπω τον φάκελο, τον ανοίγω και ακουμπώ τα χειρόγραφα στο γραφείο. Αρχίζω να τα διαβάζω, λέξη λέξη, κι ύστερα βάζω ένα χαρτί στον κύλινδρο κι αρχίζω να γράφω, πρώτα σκόρπια γράμματα, το ξ, το μ, το ζ, το α, κι ύστερα μικρές λεξούλες. Και σιγά σιγά αρχίζω να θυμάμαι πάλι.
Είναι όλα εδώ απόψε.
Ήταν το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης. Κι όταν περπατούσε γινόταν ακόμη πιο όμορφη, με τα ελαφριά της βήματα στον δρόμο ενώ μιλούσε με σιγανή φωνή, έμοιαζε με ψιχάλισμα στο πρόσωπο απομεσήμερο καλοκαιριού. Δεν ήταν από εδώ, φερμένη απ΄ αλλού, έμοιαζε σ΄ όλα τα γνώριμα της πόλης μου, του κόσμου ολόκληρου, ξένη.
Δεν την γνώρισα για πολύ, μόνο 8 μέρες, κι ύστερα έφυγε. Έπρεπε, είπε, να φύγει, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, την περίμενε μια ζωή ολόκληρη, σύζυγος, καριέρα, παιδιά, μακριά από τούτα τα μέρη. Και την άφησα να φύγει. Ούτε εγώ μπορούσα να κάνω αλλιώς, είπα στον εαυτό μου αργότερα, δεν μου χε δοθεί καμιά επιλογή. Στο κάτω κάτω σκέφτηκα, δεν ήταν και η πρώτη φορά που ένιωθα έτσι, δεν ήταν και η πρώτη φορά που θα χανα μια γυναίκα. Με τον καιρό θα συνήθιζα, θα ξεχνούσα, όλα θα έπαιρναν τον δρόμο που τους είχα τάξει να πάρουν. Και τον πήραν.
Δεν την ξανάδα από τότε.
Ανταλλάξαμε κάποιες κάρτες στα γενέθλια και στις γιορτές μας, δυο τρεις φορές μιλήσαμε στο τηλέφωνο κι αυτό ήταν όλο. Ήξερα πως δεν μπορώ να την έχω, φοβόμουν, έτρεμα πως θα την χάσω, κι έκανα πίσω. Πέταξα τις κάρτες της, έσβησα το τηλέφωνο, κι εξαφανίστηκα. Έπεισα τον εαυτό μου πως δεν είχα επιλογή, πως έπραξα το σωστό, και όλα γίναν αυτό που τους έπρεπε να γίνουν.
Μια φορά, νόμισα πως την είδα στον δρόμο, αναγνώρισα το περπάτημά της, αλλά δεν σταμάτησα. Θα ταν απλά ιδέα μου, δεν μπορεί να ταν αυτή. Μακάρι να μην ήταν αυτή.
Κάποτε έμαθα, χωρίς να θέλω, ότι παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, όλα της ερχόταν δεξιά. Μου χε μιλήσει γι αυτά κάποτε, τα χε ονειρευτεί. Ένιωσα περήφανος γι αυτή. Ίσως και κείνη να νιωθε περήφανη αν μάθαινε ότι τα κατάφερνα καλά. Σίγουρα θα ένιωθε.
Με τον καιρό δεν συνήθισα, δεν ξέχασα. Μόνο έμαθα. Να ζω χωρίς αυτήν, έμαθα να προσπαθώ να την δω στα πρόσωπα άλλων γυναικών, να χαράζω την δικιά τους μορφή πάνω στην σκιά της. Έμαθα πως στην ζωή για να επιτύχεις, πρέπει να λες ψέματα. Προπαντός στον εαυτό σου.
Και σήμερα, μαθαίνω πως όσο και να προσπάθησα δεν υπήρξα καλός ψεύτης. Αλλιώς θα χα ξεχάσει. Δεν θα θυμόμουν σήμερα, τα δρομάκια που περπατούσε, το άρωμά της, τον τρόπο που πινε την μπίρα. Δεν θα θυμόμουν τίποτα.
Βγαίνω από το γραφείο, και πάω να δω αν ο πατέρας μου κοιμάται. Βλέπω φως κάτω από την χαραμάδα της πόρτας, ο αδερφός μου είναι ακόμη ξύπνιος.
Ο πατέρας μου κάθεται όρθιος στον καναπέ και καπνίζει.
Δεν κοιμάσαι; λέω
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κάτσε.
Κάθομαι στην καρέκλα και μου δίνει ένα τσιγάρο.
Τι σκέφτεσαι;
Την μάνα σου. Λες να ναι καλά εκεί πάνω;
Ξέρει η μαμά να φυλάγετα, καλά θα ναι.
Αν ξέρει λέει. Και από μένα στην αρχή να βλεπες πως φυλαγόταν. Μου πήρε καιρό.
Που την είδες πρώτη φορά;
Δούλευα σε ένα γειτονικό σπίτι και την είδα. Ήταν πολύ αδύνατη τότε, νόμιζες θα την έπαιρνε ο αέρας.
Και τι τις είπες;
Δεν θυμάμαι.
Θυμάσαι αλλά δεν θες να πεις.
Είναι κάτι δικό μας. Θα μ ΄ ακούσει τώρα να στο λέω και θα νευριάσει.
Μην το πεις.
Δεν θα στο πω.
Και μετά τι έκανες;
Της έλεγα πράγματα.
Ψέματα;
Ψέματα; Θα με καταλάβαινε. Θες άλλο τσιγάρο;
Κούνησα το κεφάλι. Και μετά;
Μετά την έκλεψα. Φύγαμε μακριά.
Ήταν δύσκολα;
Πως αλλιώς; Δεν γίνεται διαφορετικά. Εσείς πως τα πάτε;
Πολύ καλά. Έχει λίγο νεύρα τελευταία, αλλά θα ναι οι ορμόνες.
Είναι καλή κοπέλα.
Είναι.
Χαιρόμασταν με την μάνα σου όταν σε βλέπαμε να σας ρχονται όλα καλά, πιο εύκολα απ΄ ότι ήρθαν για μας.
Ναι, δεν χρειάστηκε να την κλέψω. Όλα μου ρθαν βολικά. Δεν έχω παράπονο.
Αν και.
Αν και τι;
Όλα έχουν την χάρη τους. Την αξία τους.
Ναι. Κοιμήσου λιγάκι. Πάω κι εγώ να ξαπλώσω.
Πήγαινε.
Να σου κλείσω το φως;
Θα το κλείσω εγώ, πήγαινε να ξαπλώσεις.
Τον κοιτάζω που καπνίζει και τα μάτια του είναι σαν να προσπαθούν πέρα από τον τοίχο, πέρα από την νύχτα, δεν είναι εδώ. Δεν θα ναι ποτέ ξανά εδώ. Ξέρω πως δεν μπορώ να του πω τίποτα, πως δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τώρα βαδίζει μόνος σε μια έρημο, και μέχρι το τέλος θα βαδίζει μόνος.
Αλλά και πάλι, πώς αλλιώς, αυτό είναι το τίμημα. Θέλω να τον ρωτήσω αν μετάνιωσε αλλά ξέρω την απάντηση. Τον αφήνω να δει αυτό που χει ανάγκη να δει απόψε.
Κλείνω απαλά την πόρτα και ξαναγυρίζω στο δωμάτιο. Ο αδερφός μου είναι ακόμη ξύπνιος. Όλα είπε έχουν την αξία τους, την χάρη τους. Ξανακάθομαι δίπλα από την γραφομηχανή, και αρχίζω να γράφω την ιστορία μου λέξη λέξη από την αρχή. Την πραγματική μου ιστορία αυτή την φορά.
Έξω σιγά σιγά ξημερώνει. Ανοίγω την μπαλκονόπορτα και βλέπω το χάραμα που απλώνεται πάνω από τον κάμπο και την λίμνη. Δεν έχω σταματήσει να γράφω όλο το βραδύ. Θυμήθηκα τα πάντα. Μύρισα, άγγιξα τα πάντα. Ήταν εδώ απόψε. Αφήνω την γραφομηχανή στην άκρη. Δεν μπορώ να την τελειώσω εδώ την ιστορία.
Σηκώνομαι, πλένω το πρόσωπό μου και βγαίνω από το δωμάτιο.
Πηγαίνω και σκουντάω τον αδερφό μου ελαφρά, ίσα που να μ’ ακούσει.
Πάω.
Τι ώρα πήγε;
7
Που πας από τώρα;
Σπίτι. Έχουμε ραντεβού στις 9 με τον γιατρό.
Έγινε. Μιλάμε.
Μιλάμε.
Στο καθιστικό ο μπαμπάς ακόμη κοιμάται. Δεν θα τον ξυπνήσω. Μακάρι να ονειρεύεται.
Στον δρόμο οδηγώ ήρεμος, ενώ η βροχή πέφτει ψιλή, παγωμένη πάνω στο παμπρίζ. Μαμά εσύ μου την στέλνεις;
Αυτοκίνητα στον δρόμο με ανοιχτά τα φώτα με προσπερνάνε. Κανείς από τους επιβάτες τους δε ξέρει πως έχασα την μάνα μου χθες, δεν ξέρει πως σήμερα, αυτό το πρωί, τώρα έχω πάρει μια απόφαση.
Στρίβω και παρκάρω έξω από το σπίτι μου. Μπαίνω στο δωμάτιο.
Ακόμη κοιμάται.
Πώς είσαι, με ρωτάει.
Καλά.
Τι ώρα πήγε;
Σσσς. Έχουμε ώρα. Κοιμήσου.
Την παίρνω αγκαλιά και χαϊδεύω την κοιλιά της. Κουνιέται εκεί μέσα.
Νιώθω τα βλέφαρά μου να κλείνουν. Κάποια πράγματα έχουν την αξία τους, σκέφτομαι, ύστερα σταματώ να σκέφτομαι, κλείνω τα μάτια και κοιμάμαι$

Advertisements