σύντομη ιστορία

by nakedsparrows

Κάποτε ο ζωγράφος έφτιαξε τον πίνακα που μέσα του χρώματα και σκιές κινούνταν. Θαμπωμένοι οι άνθρωποι μίλησαν γι αυτόν ώσπου οι λέξεις φτάσαν στο παλάτι. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να δει αυτό που θάμπωσε τον όχλο κι έτσι ο ζωγράφος και ο πίνακας παρουσιάστηκαν στο παλάτι ενώπιον του βασιλιά. Αυτός δύσπιστος κοίταξε και τους δύο. Στην αρχή δεν είδε τίποτα κι ύστερα σαν κύμα της θάλασσας και παγωμένη ανάσα απλώνονταν τα χρήματα και οι σκιές μέσα στο μετάξι. Θαμπωμένος ο βασιλιάς είπε στον ζωγράφο΄΄αυτός ο πίνακας είναι αντάξιος μόνο βασιλιάδων’’, κι ύστερα διέταξε τους αυλικούς να δώσουν το βάρος του πίνακα χρυσάφι στον ζωγράφο. Και ο ζωγράφος είπε ΄΄βασιλιά αυτός ο πίνακας δεν μπορεί να πουληθεί, όλο σου το χρυσάφι ίδιο κάρβουνο, μας θρέφει η ίδια ανάσα’’. Ο βασιλιάς οργίστηκε, ΄΄δώστε του μια χούφτα κάρβουνο και αφήστε τον να πάει’’ και ο ζωγράφος είπε ΄΄στάσου για μια φορά φιλεύσπλαχνος και βάλε να με σκοτώσουν’’. Τότε ο βασιλιάς χαμγέλασε και διέταξε να σκοτώσουν τον ζωγράφο. Χαμογέλασε και ο ζωγράφος. ¨Όταν η αίθουσα άδειασε, ο βασιλιάς κοίταξε τον πίνακα. Τρομαγμένος, έβγαλε τον πορφυρό χιτώνα του και τον σκέπασε. Ύστερα διέταξε να μείνει για πάντα σκεπασμένος. Κάποτε ο βασιλιάς πέθανε κι ό κόσμος γέννησε νέους βασιλιάδες. Οι άνθρωποι δεν ξέχασαν τον πίνακα. Σε πανηγύρια και γιορτές, μάχες ύστατες κι ηρώων παρελάσεις, λάτρεψαν το πορφυρό για πίνακα και τον βασιλιά ως ζωγράφο.

Advertisements