νεκροθάφτης

by nakedsparrows

Με φωνάζουν νεκροθάφτη. Κάνουν λάθος. Εγώ είμαι καλλιτέχνης. Κάποιοι το κάνουν ίσως καλοπροαίρετα – οι πολλοί το λένε ως χλευασμό. Όπως και να χει, το ίδιο μου κάνει. Δεν με καταλαβαίνουν, ποτέ δεν θα με καταλάβουν. Αυτό είναι το ταλέντο μου, η σπουδαιότητά μου.
Μοιάζω με κείνους που χρωματίζουν τον καμβά, που σμιλεύουν, που συνταιριάζουν λέξεις και νότες. Αλλά εγώ είμαι ανώτερος. Και η τέχνη μου είναι τόσο ανώτερη που δεν της έχει δοθεί όνομα.
Δουλεύω σε γραφείο τελετών. Αυτό όμως δεν με κάνει υπάλληλο κανενός. Δεν έχω κανέναν τους ανάγκη. Μπορώ να ζήσω χωρίς τα χρήματά τους, χωρίς τα έωλα λόγια τους, τις επιδοκιμασίες όταν τους γίνονται τα χατίρια, τις προσβολές, τα ηλίθια τους πρόσωπα που δεν κατανοούν τίποτα. Υπάρχω χωρίς αυτούς. Μόνο χωρίς αυτούς υπάρχω.
Στα μάτια τους είμαι ένας υπάλληλος, ένας ακόμη υπάλληλος, που μπογιατίζει άψυχα σώματα και τα κάνει να φαίνονται καθώς πρέπει νεκροί την ώρα την κηδείας. Και το κάνω καλά. Αν ήμουν κάποιος άλλος, θα το κόλλαγα παράσημο, θα φώναζα είμαι ο καλύτερος επιμελητής νεκρών σε όλη την πολιτεία. Από τα χέρια μου έχουν περάσει όλων των λογής απομεινάρια ανθρώπων, πλούσιοι, φτωχοί, γυναίκες, άντρες, μικρά παιδιά, όλοι τους. Κι είναι η μαεστρία μου απαράμιλλη, ξέρω πια να τους κρατώ όλους ευχαριστημένους, συγγενείς, αυλικούς, περαστικούς και κόλακες, όλους. Τους πουλάω απλόχερα την μετριότητα, μόνο αυτή καταλαβαίνουν και θαυμάζουν, μόνο αυτή αγοράζουν. Είμαι σίγουρος γι αυτό, δεν χωρούν εδώ αυταπάτες.
Δεν ήμουν πάντα έτσι.
Τα πρώτα χρόνια, είχαν φέρει στο εργαστήριο μια γριά- μου παν πέθανε από καρκίνο- την έφαγε ολόκληρη η αρρώστια φτύνοντας πάνω της ένα πρόσωπο που μοιαζε δίχως σάρκα- παρά μόνο κόκαλα, κιτρινισμένα κόκκαλα, και δυο σκιές για μάτια. Μου ζήτησαν να την κάνω να δείχνει λιγότερο ταλαιπωρημένη, ήρεμη, σχεδόν μακάρια που πέθανε. Έτσι μου παν. Να βάψω πάνω της, την δικιά τους προσδοκία, την ολοδικιά τους ψευδαίσθηση, πως όλα γύρω τους ήταν καλώς καμωμένα, χωρίς ίχνος θλίψης και τύψεων, χωρίς μια ρανίδα φόβου. Αυτό δεν μου το παν. Δεν χρειάστηκε να μου το πουν. Μελετώντας τους νεκρούς, κατανόησα τους ζώντες. Καθρέφτης μου είναι ο θάνατος, ξάστερος καθρέφτης, τα φανερώνει όλα, τους ξεσκεπάζει όλους.
Έβλεπα το πρόσωπο της, δεν υπήρχε τίποτα εκεί, τα ξερα της χέρια, τα χείλη της, όλα, ένα κίτρινο, η μυρωδιά της κίτρινη κι αυτή, γέμιζε τον δωμάτιο, λες και τα πάντα μέσα της είχαν πεθάνει έκτος από την ίδια την αρρώστια που συνέχιζε να τρώει αυτό το λίγο που χε απομείνει. Αναρωτήθηκα τι θα μενε για τα σκουλήκια.
Μακάρια και γαλήνια, τι θράσος. Όλοι τους υποκριτές, όλοι τους λιπόψυχοι. Το κουφάρι μπρος μου ήταν η απόγνωση, ο πόνος, η μοναξιά της μπροστά σε ξένους καθώς την άγγιζε η ώχρα. Θα μου ταν εύκολο, ελεεινά εύκολο, να την έβαφα, μπογιά παντού, σε κάθε ρυτίδα και κάθε κόκκαλο, μπογιά να καλύψει την αλήθεια, αλλά τι προσβολή ανήκεστος, στην όποια μνήμη της, στην τέχνη μου, σε μένα. Εγώ είμαι καλλιτέχνης, και η τέχνη μου είναι αλήθεια.
Την παρατηρούσα ώρες, από κάθε γωνία, στο φως και το σκοτάδι, ήταν η φθορά της έργο τέχνης. Πέταξα τα πινέλα και την παρέδωσα ίδια όπως την έφεραν. Νεκρή. Ούτε τα μάτια της δεν έκλεισα. Καμιά γαλήνη, μόνο το κίτρινο και ο φόβος. Οι συγγενείς αγρίεψαν, ο ιδιοκτήτης του γραφείου προσπάθησε να τους εξευμενίσει, με δικαιολογίες, προσφορές κι υποσχέσεις, κι όλοι έδειχναν έτοιμοι να με λιντσάρουν. Λες και ήμουν εγώ ό,τι την σκότωσε, το ξένο που την έτρωγε από μέσα. Στην θέση μου έφεραν εσπευσμένα έναν τσαρλατάνο και με βιασύνη, χωρίς αιδώ, της χτένισε τα μαλλιά, της έβαψε το πρόσωπο απ άκρη σ΄ άκρη λες και της έδινε πίσω την ζωή, κάνοντάς την να μοιάζει με μπογιατισμένο σκιάχτρο. Κι όμως οι συγγενείς χάρηκαν, μαζί τους και ο ιδιοκτήτης με την δεξιοσύνη του. Προτίμησαν την μπογιά. Κρύβοντας την γριά κρύφτηκαν κι οι ίδιοι. Σχεδόν τους κατανόησα, συμμερίστηκα τον νάνο εαυτό τους, την δέσμια ύπαρξη. Και όσο πιο πολύ τους κατανοούσα, τόσο περισσότερο τους σιχαινόμουν.
Και τους σιχάθηκα ακόμη περισσότερο που δεν μ’ έδιωξαν από το γραφείο. Μού δόθηκε μια ακόμη ευκαιρία, έτσι μου παν, κι έπρεπε να μαι στο αφεντικό ευγνώμων καθώς συγχώρεσε την αποκοτιά μου. Έτσι είναι οι άνθρωποι, συγχωρούν μόνο για να σιγουρέψουν, να κάνουν φανερή την εξουσία τους. Συγχωρούν πάντα αυτό που τους μοιάζει κατώτερο, ποτέ αυτό που τους υπερβαίνει. Γι αυτό φύλαξαν τον φθόνο. Εμένα με λυπούνταν. Κι εγώ με λυπάμαι. Φοβόμουν, έτρεμα τον κόσμο μακριά από τις επιδοκιμασίες της αγέλης, έσκυψα το κεφάλι, είπα ευχαριστώ για την συγχώρεση και ως ευεργέτες τους μίσησα γιατί τους είχα ανάγκη.
Έγινα πειθαρχημένος βοηθός του τσαρλατάνου. Του δινα τα χρώματα, τα πινέλα, τις πούδρες, κι αυτός μπογιάτιζε τους νεκρούς, σίγουρος για την σπουδαιότητά του. Και όσο πιο άσχημη η πινελιά του, τόσο πιο σίγουρος αυτός, τόσο πιο έντονα με δασκάλευε να σταθώ στο πόδι του, να γίνω όμοιός του. Είδα τα χέρια του να κάνουν πολλά. Κάλυπτε τα πάντα πίσω από το χρώμα, κι αν κάτι επέμενε, έριχνε κι άλλο χρώμα. Όλοι οι ζωντανοί στα χέρια του γίνονταν ο ίδιος νεκρός, η ίδια πλαστική κούκλα με το πουδραρισμένο πρόσωπο και τα σφαλιστά μάτια. Αυτό του ζήταγαν, αυτό τους έδινε, δεν είναι δικό του το φταίξιμο, έλεγα μέσα μου για να δώσω ίσως κάποια αξία στο πήγαινε έλα που κανα με τα σύνεργα στο χέρι. Όλο το φταίξιμο βάρυνε τον πελάτη, τους συγγενείς, το κουφάρι.
Κάποια φορά, είχε έρθει στο γραφείο μια γυναίκα, νέα, ήξερε πως πέθαινε και ήθελε να κανονίσει κάθε λεπτομέρεια της ταφής της. Διάλεξε το ξύλο για το φέρετρο, την φωτογραφία πάνω στο μνήμα, τα λόγια του επικήδειου. Μετά ήρθε στο εργαστήριο, έπιασε τον τσαρλατάνο και του παρήγγειλε πως ήθελε να την βάψει. Δεν θέλω να μοιάζω με τους άλλους νεκρούς είπε κι αυτός συμφώνησε. Ύστερα βάλθηκε να διαλέγει τα χρώματα και τις αποχρώσεις, ποιο θα μπει στο μέτωπο, στα χείλη, στον λαιμό, στα χέρια, γύρω από τα μάτια. Αυτός σημείωνε προσεκτικά σ’ ένα χαρτί. Μετά από λίγους μήνες η γυναίκα πέθανε. Ο τσαρλατάνος έβγαλε το χαρτί και το ακούμπησε στον πάγκο με τα σύνεργα κι άρχισε να την βάφει. Όταν τέλειωσε, αποτραβήχτηκε περήφανος πάνω από τον πάγκο κι είδα το κουφάρι της γυναίκας. Ήταν όπως όλα τα άλλα. Η ίδια καρικατούρα, το ίδιο βαμμένο πλαστικό. Διάβασα το χαρτί. Είχε κάνει ακριβώς αυτό που του χε ζητηθεί. Στην επιφάνεια η γυναίκα ζήταγε να διαφέρει, πίστευε πως διέφερε, δεν τ’ άντεξε, διάλεξε να πεθάνει όπως έζησε, όμοια με τους άλλους. Ήθελε ως νεκρή να χει την εικόνα των νεκρών που μαθαν οι άνθρωποι να κλαινε στις κηδείες, την εικόνα που χάριζε με στόμφο ο τσαρλατάνος. Πάνω στο πρόσωπό της απλώνονταν οι άλλοι, ο τσαρλατάνος, εγώ.
Ο τσαρλατάνος πέθανε. Με άφησε είπαν στο πόδι του, μου χτύπαγαν την πλάτη και χαμογέλαγαν. Χαμογελούσα κι εγώ. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω κοντά τους. Εγώ ανέλαβα να τον βάψω. Τον ξάπλωσα πάνω στον πάγκο, τα μάτια έβλεπαν το ταβάνι, τα χέρια κρέμονταν από τον πάγκο σαν να πάλευαν ν’ αγγίξουν το πάτωμα. Όπως μ’ έμαθε, του κλεισα τα μάτια κι έπιασα τα χέρια του. Ένιωσα το σκληρό δέρμα, το γέρικο δέρμα, το παγωμένο δέρμα, και είδα τον χρόνο να βαδίζει πάνω του, κυρίαρχος κάθε σπιθαμής σάρκας, κι ύστερα είδα τον θάνατο. Δεν είναι τέχνη αυτό, σκέφτηκα, δεν με κάνει καλλιτέχνη η συμμαχία, ο συμβιβασμός με την φθορά τους. Τέχνη είναι να ξεγελάς τον θάνατο. Μπορώ να σταθώ, για λίγο, πάνω από αυτούς. Μπορώ για λίγο να νικήσω την αλήθεια. Αυτή είναι η τέχνη κι αυτή είναι η τέχνη μου. Του άνοιξα τα μάτια, του χτένισα απαλά τα μαλλιά, κι έπιασα τα πινέλα και τα χρώματα και βάλθηκα να βάφω, να ζωγραφίζω, να δημιουργώ όλο το βράδυ. Σαν δαιμονισμένος άφησα την τέχνη μου να κατακλύζει το σώμα του, σαν μουσική την άπλωνα σε όλο το δωμάτιο, κι έβγαινε έξω από αυτό, σαν μουσική σκέπαζε την νύχτα, τον κόσμο ολόκληρο. Συνταίριαξα όλα τα χρώματα, ήρθαν στον νου μου καινούργιες αποχρώσεις, με προσοχή τις ακουμπούσα πάνω του. Και ήταν το πινέλο μου σαν σκούπα, σαν να μην ήταν πια πινέλο, δεν έβαφε, δεν ζωγράφιζε, σκούπιζε το κίτρινο και τον ξέθαβε, σιγά σιγά, ανακάλυπτε πίσω από το πραγματικό τον άνθρωπο.
Θα ταν περήφανος για μένα. Τον έβαλα στο φέρετρο μαζί με δυο πινέλα και την πούδρα, κι ύστερα το έκλεισα, τον φόρτωσα στην νεκροφόρα και τραβήξαμε για το νεκροταφείο. Είδα τον κόσμο μαζεμένο, τον παπά, μαυροντυμένοι όλοι τους, σκυμμένα κεφάλια, κάποιοι έκλαιγαν. Μέσα μου γέλασα, σήμερα τους έφερνα ένα δώρο. Ανίδεοι και φοβισμένοι, θα μ’ ευγνωμονούσαν. Ενθουσιάστηκα με την σκέψη και γόργεψα το βήμα, με πρόσωπο θλιμμένο και βαρύ, προσπαθώντας να μην γελάσω και χαλάσω την έκπληξη. Απέθεσα το φέρετρο δίπλα στο σκαμμένο χώμα κι ύστερα το άνοιξα. Πρώτος ο παππάς έγειρε από πάνω, αποφασισμένος να πει αυτό που μαθε να λέει και πίσω του οι συγγενείς αποφασισμένοι να κλάψουν, και πίσω τους οι άλλοι αποφασισμένοι να δουν. Τα μάτια μου έλαμπαν, τα χέρια μου έτρεμαν, το σώμα έπαψε να ζυγίζει, αιωρούμουν πάνω από το χώμα. Και τότε άκουσα τον παπά να καταριέται, ο συγγενείς ούρλιαζαν, είδα τους άλλους να κλείνουν τα μάτια. Μπροστά τους, ντυμένος τα χρώματα μου, τις πινελιές, την τέχνη μου, έλαμπε ζωντανός, νικητής της φθοράς και του χρόνου και τους κοίταζε. Όλους. Κι όμως αυτοί έκλαιγαν, ούρλιαζαν, φοβούνταν. Τους δώρισα τα πάντα και αυτοί έλαβαν το τίποτα. Τους δόθηκε η επιλογή και διάλεξαν την φρίκη. Κι έκλαψα.
Έβλεπα να κλείνουν το φέρετρο, πανικόβλητοι πετούσαν πάνω του το χώμα. Τον έθαβαν και μαζί του έθαβαν την τέχνη μου, θάβονταν κι εκείνοι. Ανίδεοι, νεκροί.
Έκλαιγα γι αυτούς. Με τον καιρό έμαθα, συνήθισα, σκέβρωσε μέσα μου η αίσθηση των άλλων. Δε με νοιαζαν, είχαν γίνει όλοι τους φαντάσματα περιφερόμενα γύρω μου, αλαφιασμένοι χαρούμενοι κι αλαφιασμένοι ράκοι, εκκρεμή στο τίποτα, και πίσω τους περιφρονούσα το χέρι, την πνοή που δωσε το πρώτο σκούντημα. Κραύγαζαν, ζητιάνευαν κάτι από τον κόσμο, την ουσία του, ξεπουλώντας όσο όσο την δικιά τους. Κάποιες φορές μου μίλαγαν, μ’ άγγιζαν, κι όσο πλήθαιναν τα λόγια, θάρρευαν τ’ αγγίγματα, τόσο γίνονταν νάνοι, κόνταιναν, θάβονταν στο χώμα.
Συνέχισα να βάφω κουφάρια στο εργαστήριο. Με τις γνώριμες τους αποχρώσεις. Γι αυτούς η τέχνη δεν είναι θάνατος, δεν είναι ζωή, είναι τίποτα. Είναι οι κούκλες. Δεν μπορούν να με καταλάβουν, ανάξιοι της τέχνης μου, είναι νάνοι, κούκλες από πλαστικό και χώμα. Συνέχισα να βάφω, παρηγορώντας με, κάνοντας με να ξεχνάω, δεν είσαι καλλιτέχνης μου λεγα, δεν είσαι τίποτα, μόνο τρελός, ένας ακόμη τρελός. Δεν είσαι τίποτα. Δεν είμαι παρά ένα κομμάτι της αγέλης, είμαι η ίδια η αγέλη. Δεν υπήρχε διαφυγή σε καμιά ζωή και σε κανέναν θάνατο. Δεν μπορούσα, πίστεψα, παρά να ζήσω ως τσαρλατάνος και να θαφτώ σαν κούκλα. Και συνέχισα να βάφω$

Advertisements