amores perros

by nakedsparrows

Σήμερα έχασα μια γυναίκα κι έναν σκύλο. Με την γυναίκα ήταν, μπορείς να το πεις, αναμενόμενο, κάποτε θα γινόταν κι έγινε σήμερα.
Με το σκυλί ήταν διαφορετικά. Θα μου λείψει. Δεν ήταν κανένα σκυλί ράτσας, ένα μαλλιαρό με κοντά πόδια ήταν μόνο, αδέσποτο και μπάσταρδο από τις απαρχές του κόσμου.
Αλλά με πείραξε που το χασα.
Ήταν δικό της, έτσι μου πε, αυτή το χε φέρει στο σπίτι, και τέλος. Το χε βρει παρατημένο τις πρώτες μέρες, τότε που τα πάντα στάζανε μέλι και αμβροσία και οι παραξενιές μας μοιάζαν με παιχνιδίσματα του έρωτα.
Το βρήκα στον δρόμο, μου πε, και το λυπήθηκα κι ύστερα με κοίταξε με μάτια που προσπαθούσαν να πουν, κοίταξέ με, είμαι ευαίσθητη, αγάπησε την παιδική μου καρδιά, γίνε ευαίσθητος, σε ικετεύω, όχι για το κουτάβι, ποιος το χέζει το κουτάβι, αλλά για μένα.
Και είπα ναι. Δεν μπορούσα να πω όχι σε αυτά τα μάτια. Ποτέ δεν μπόρεσα. Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά. Λογικά θα μ΄ αγκάλιασε, την φίλησα και κάναμε έρωτα και το κουτάβι μας κοίταζε αδιάφορα. Δύο πλάσματα αλλιώτικα απ΄ αυτό, που ένιωθαν όμορφα εκείνη την στιγμή, πως κάτι καλό έκαναν, πως στο τέλος του δρόμου κάτι θα μείνει. Πως στην τελική το κουτάβι ήταν εικόνα και ομοίωση αυτού που ζούσαν και που έμοιαζε όμορφο. Και λογικά πρέπει τότε να ταν.
Δεν ήμουν κανένας μεγάλος φιλόζωος, στην ζωή μου ποτέ δεν είχα ούτε χρυσόψαρο, αλλά αυτό το σκυλί μου κάθισε καλά από την αρχή. Ίσως γιατί ήταν ήσυχο, δεν το άκουσα ποτέ να γαυγίζει, ίσως και να ταν ο τρόπος που μου γλειφε τα πόδια τις νύχτες που καθόμουν στο γραφείο προσπαθώντας να γράψω κάτι και δεν μου βγαινε λέξη.
Το ποτό το ξεκίνησα λίγο αργότερα. Στην αρχή μου λεγα ψέματα ότι το κάνω για έμπνευση, να θυμηθώ κάτι καλό -τόσα είχα ζήσει- και να το γράψω. Στο κάτω κάτω δήλωνα συγγραφέας, έπρεπε να βρω τρόπο να γράφω. Δεν είχα επιλογή. Μετά κατάλαβα ότι δεν υπήρχε τίποτα να θυμηθώ αλλά μόνο να ξεχάσω. Κι άρχισα να πίνω περισσότερο. Δεν ξανάγραψα λέξη. Και κάπου εκεί με βαρέθηκε. Τι να τον κάνεις κάποιον που τα χει χαμένα? Δεν την αδικώ. Το βλεπα στα μάτια της, στο τρόπο που μου μιλούσε. Δεν μ΄ είχε πια καμιά ανάγκη. Καμία. Σαν να μην υπήρξαμε ποτέ μαζί.
Το μόνο που μου χε μείνει στο σπίτι ήταν το σκυλί. Κάποιες φορές μεθυσμένος το κλώτσησα, ήθελα να το κάνω να πονέσει. Δεν ξέρω γιατί. Και δεν ήταν το μεθύσι μου δικαιολογία. Ήθελα και το κανα. Ίσως γιατί ήταν το μόνο που δειχνε να μ΄ έχει ανάγκη, να μου δίνει κάποια αξία. Έκλαιγε για λίγο αλλά μετά από κάποια λεπτά ξαναρχόταν και μου γλειφε τα πόδια. Και το χάιδευα. Και ξέχναγε τα πάντα. Μακάρι να ταν τόσο απλά τα πράγματα και με τους ανθρώπους. Αλλά δεν είναι.
Με τον καιρό ήταν το μόνο που δειχνε ευχαριστημένο, και πρέπει να ταν, με την ζωή στο σπίτι. Τις στιγμές που δεν υπήρχαν χρήματα, δουλειά παρόν και μέλλον, τότε που το μόνο πράγμα που χαμε την δύναμη να κάνουμε και μας είχε απομείνει στον κόσμο ήταν να προσπαθεί ο ένας να πληγώσει τον άλλο, για το οτιδήποτε, όσο πιο πολύ και πιο βαθιά μπορούσε, αυτό έμενε στην γωνιά του και μας κοίταζε, χωρίς να γαυγίζει, μάτια κενά από σκέψεις για τα ανθρώπινα, που ξέραν την αξία των πραγμάτων από την αρχή ως το τέλος. Ήρεμα. Αυτό ήταν, ήρεμα, και μου χε λείψει αυτή η ηρεμία. Τι κι αν αυτή φώναζε, τι κι αν είχε δίκιο, σαν καταλύτης στάζαν πάνω μου τα μάτια του και κρυστάλλωναν τον χρόνο, το χάος μου. Κοίτα το σκυλί της έλεγα, και μου λεγε, γάμα το σκυλί, τώρα μιλάμε για μας, σοβαρέψου, χωρίς να έχει ιδέα ότι στην ουσία δεν μιλούσαμε, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε για τίποτα. Όλος ο κόσμος μας μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί με μάτια αδιάφορα.
Μεγάλωνε πλάι μας και πλάι του γερνούσαμε. Μέχρι σήμερα που αποφάσισε να φύγει από το σπίτι. Την είδα να ξυπνάει το πρωί, να μαζεύει τα πράγματά της και να τα πετάει σε μια παλιά βαλίτσα. Δεν μου πε τίποτα. Ούτε εγώ ρώτησα γιατί, όχι από εγωισμό αλλά από κούραση, κι αυτό φαντάζομαι την εκνεύρισε περισσότερο. Αν έκανα τον κόπο και την ρωτούσα, ίσως τώρα να χα ακόμη το σκυλί, αλλά ήθελε να με εκδικηθεί, δεν την αδικώ, για κάποιο λόγο όλα πάντα εκεί καταλήγουν, και μου το πήρε. Την φαντάζομαι να το αφήνει δυο τρια στενά πιο κάτω, ό,τι είχε να της δώσει της το δωσε.
Ας κάνει ό,τι θέλει, δεν με νοιάζει, στην τελική δεν έχει σημασία να σκέφτομαι κάποια πράγματα. Το κατανοείς αυτό σιγά σιγά όσο μεγαλώνεις. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος με τους ανθρώπους, παρά μόνο αυτός, να ξεχνάς και να ξεχνιέσαι. Ας είναι. Προς το παρόν ακούω την βροχή και τα αυτοκίνητα και τις φωνές, απομεσήμερο μιας κάποιας μέρας. Το φαντάζομαι να γυρίζει βρεγμένο πάνω στο τσιμέντο, ανάμεσα σε πόδια ξένων και να με ψάχνει. Μπορεί να βγω και να το ψάξω. Μπορεί και όχι. Στο κάτω κάτω ένα σκυλί ήταν μόνο. Τόσα χάνονται κάθε μέρα εκεί έξω$

Advertisements