καραμευκί

by nakedsparrows

Ο Άγιος Γεώργιος ήταν ένα χωριό 47 κατοίκων στα βορειοδυτικά των Ιωαννίνων, περίπου 80 χιλιόμετρα από την πόλη. Παλιότερα η ονομασία του χωριού ήταν Καραμευκί, τούρκικη λέξη, σημαίνει μαύρος τόπος αλλά κανείς δεν γνώριζε τον λόγο που του δόθηκε αυτή η ονομασία. Ίσως από το χρώμα του χώματος όταν στο τέλος του θερισμού οι κάτοικοι καίγαν τα καλαμποχώραφα, ίσως πάλι να οφείλεται στην σκιά που ρίχνει η ξερή κορυφή που στέκεται ανάμεσα στο χωριό και στην ανατολή του ήλιου. Κάποιοι, χαριτολογώντας, έλεγαν ότι η ονομασία ταίριαζε απόλυτα εξαιτίας της απόλυτης ανωνυμίας του χωριού σε σχέση με τα κοντινά ζαγοροχώρια. Και ήταν αλήθεια. Ακουμπισμένο στους πρόποδες της Πίνδου, στα ανατολικά σκεπασμένο από τις κορφές της και στα δυτικά του ο Θύαμις, ήταν το ακροτελεύτιο χωριό της οροσειράς, περίπου 40 λεπτά οδήγησης σε έναν κακοτράχαλο δρόμο από το τελευταίο ζαγοροχώρι.

Λίγοι γνώριζαν για την ύπαρξη του χωριού μέχρι τον χειμώνα του 1964. Ήταν ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου όταν ο Κ ξεκίνησε από τα Γιάννενα για να παραλάβει το γάλα από τα χωριά της δυτικής πλευράς της Πίνδου. Όταν έφτασε στον Άγιο Γεώργιο πάρκαρε το μικρό φορτηγό στην πλατεία, και κατέβηκε να φορτώσει το γάλα των παραγωγών. Δεν είδε κανέναν. Κοίταξε το ρολόι του, η ώρα ήταν 9 και 30. Η καθορισμένη ώρα. Σκέφτηκε ότι θα ξεχάστηκαν στο καφενείο και περπάτησε ως εκεί να τους φωνάξει. Στον δρόμο, θυμήθηκε αργότερα, είδε μόνο ένα ψωριάρικο σκυλί και, για κάποιον λόγο, το θεώρησε κακό σημάδι. Όταν άνοιξε την πόρτα του καφενείου, όλα έδειχναν κανονικά, όπως πάντα. Το ραδιόφωνο έπαιζε πάνω στον πάγκο, η σόμπα έκαιγε στην δεξιά γωνία, τα φλιτζάνια του καφέ ακουμπισμένα πάνω στα τραπεζάκια. Όλα ήταν κανονικά, τακτοποιημένα, γνώριμα. Αλλά δεν είδε κανέναν. Τι έγινε, ψιθύρισε, και η φωνή του ήχησε δυνατά και ξένη στ’ αυτιά του, σαν να μίλησε κάποιος άλλος. Άκουσε τα βήματά του στο πάτωμα, το καμένο ξύλο να σπάει μέσα στην σόμπα κι ένιωσε μόνος. Στον δρόμο ξανάψαξε να δει το σκυλί αλλά δεν είδε τίποτα. Σκέφτηκε να περπατήσει ως τα κοντινά σπίτια και να βρει κάποιον να ρωτήσει που πήγαν όλοι. Ύστερα ένιωσε στο σβέρκο του τον παγωμένο αέρα και στ΄ ανατολικά είδε τον ήλιο να προβάλλει πάνω από την κορυφή κι έτρεξε προς το αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά την μηχανή και ξεκίνησε. Από τον καθρέφτη κοίταξε το χωριό πίσω του. Έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής, χρώματα έντονα κι ακίνητα. Γύρισε το κεφάλι, πάτησε το γκάζι και πήρε τον δρόμο για τα Γιάννενα.
….
Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα. Το μεσημέρι στάλθηκαν στο χωριό δυο αστυνομικοί να ελέγξουν την κατάσταση. Δύσπιστοι, μια καταγγελία ενός τρελού είπαν, έφτασαν στο χωριό, έλεγξαν τα σπίτια, οι πόρτες δεν είχαν παραβιαστεί, είδαν τα στρωμένα κρεβάτια, τα πλυμένα πιάτα στους νεροχύτες κι ύστερα στους στάβλους τις ταΐστρες γεμάτες άχυρο και καλαμπόκι και τα ζώα σκυμμένα από πάνω. Ο ήχος ενός κόσμου χωρίς ανθρώπους και χωρίς θεό, μόνο το καλαμπόκι στο στόμα των ζώων κι έξω, αμυδρά, το πέρασμα του Θύαμη ανάμεσα στις πέτρες.

Τίποτα. Σαν κάποιος να μας κάνει φάρσα. Δεν μπορώ να βγάλω άκρη, εσύ;

Δεν μπορεί να χαθούν έτσι τόσοι άνθρωποι.

Τόσες ώρες ψάχνουμε.

Κάτι πρέπει να πούμε, να γράψουμε στην αναφορά.

Σαν τι;

Δεν ξέρω, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Φοβάσαι;

Ανφοβάμαι; Τι να φοβηθώ;

Δεν ξέρω, κάτι. Τόση ηρεμία. Άκου.

Τίποτα δεν ακούω. Πάμε να φύγουμε.

Πρέπει κάτι να πούμε. Δεν χάνονται έτσι οι άνθρωποι.

Θα πούμε.

Τι?

Αυτό που ‘δαμε.

Τι είδαμε;

Τίποτα.

Στο αυτοκίνητο δεν μίλησαν, μόνο κοίταζαν τον δρόμο και κάτω χαμηλά τα φώτα της πόλης που πλησίαζαν.
….
Για μέρες ακούστηκαν πολλά. Κάποιοι είπαν ότι το χωριό δηλητηριάστηκε, κάποιοι άλλοι ότι έκανε νυχτερινή έφοδο ένα τάγμα Τσάμηδων και τους σκότωσε όλους. Άνθρωποι κι εφημερίδες, προϊστάμενοι του κράτους και υφιστάμενοι, ήθελαν επειγόντως απαντήσεις. Στάλθηκε ένας λόχος να στρατοπεδεύσει στο χωριό με εντολές να μην αφήσει πέτρα που να μην ψαχτεί. Έψαξαν για τάφους έξω στον κάμπο, για θαμμένους γύρω από το ποτάμι. Δεν βρήκαν τίποτα. Και το νερό καθάριο.
Κάποια νύχτα ένας σκοπός άκουσε φωνές, ίδιες με ουρλιαχτά είπε, και δεν ήξερε από που έρχονταν. Ίσως , είπε στο φως της μέρας, να ταν απλά η ιδέα του, ο αέρας που ξυνε την κορυφή.
Έμειναν εκεί δυο μήνες κι όταν μπήκε η άνοιξη ένας παππάς τέλεσε τρισάγιο για τους νεκρούς, ξέστησαν τις σκηνές, περιέφραξαν τον τόπο και γύρισαν στην πόλη.
Δεν δόθηκε καμιά επίσημη απάντηση για την εξαφάνιση. 47 θάνατοι καταγράφηκαν ως ανεξιχνίαστοι φόνοι κι ο φονιάς τους άγνωστος.
Τα χρόνια πέρασαν και τον Άγιο Γεώργιο τον ξανάπαν Καραμευκί. Το όνομα έγινε θρύλος κι εφιάλτης μικρών παιδιών κι όταν, πριν κάποια χρόνια, μια κατολίσθηση έκλεισε τον δρόμο, τον άφησαν κλεισμένο∙ δεν είχε κανείς λόγο να πάει πια εκεί. Μέχρι σήμερα.
….
Τον είδε που έπινε αμίλητος τον καφέ του. Είδα ένα όνειρο, χθες, είπε.

Όνειρο;

Ναι. Παράξενο όνειρο.

Είμαστε μεγάλοι για να βλέπουμε όνειρα, είπε και συνέχισε να πίνει τον καφέ του.

Σκέφτεσαι καμιά φορά τι είχε γίνει;

Αν το σκέφτομαι; Όχι, όσο το σκέφτηκα το σκέφτηκα, ας το σκεφτούν άλλοι τώρα.

Κάτι υπήρχε εκεί πάνω.

Τα χαμε ψάξει όλα, παντού, δεν υπήρχε τίποτα.

Δεν ψάξαμε παντού.

Δεν ξέρεις τι λες.

Στην κορυφή, στα ανατολικά, δεν πήγαμε. Δεν πήγε κανένας.

Άφησε τον καφέ στο τραπέζι. Είναι μια ξερή κορυφή είπε, δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω.

Δεν ξέρεις.

Δεν ξέρω.

Κι αν σου έλεγα να πάμε;

Να πάμε που;

Στο χωριό, στην κορυφή.

Όχι. Για ένα όνειρο που είδες.

Δεν ήταν απλό όνειρο.

Και τι ήταν;

Δεν ξέρω. Αλλά δεν χάνονται έτσι οι άνθρωποι είχες πει.

Τώρα γέρασα, ξέρω ότι χάνονται. Πιες τον καφέ σου.
….
Στο αυτοκίνητο δεν σκεφτόταν τίποτα και δεν ήθελε τίποτα να σκεφτεί. Είδε από μακριά την σκουριασμένη περίφραξη και στο βάθος πέρα από τα πεσμένα βράχια, το χωριό. Πάρκαρε το αυτοκίνητο, χάιδεψε για μια στιγμή το κάθισμα και κατέβηκε. Ο ήλιος δεν είχε φανεί ακόμη. Σκέφτηκε να περιμένει μέχρι να φέξει αλλά ήξερε πως δεν μπορούσε και ξεκίνησε να περπατάει προς την κορυφή.
Ξημέρωνε. Μόνος ήχος τα βήματά του πάνω στις πέτρες και η ανάσα του ξερή, όμοια με σπάσιμο πάγου. Στάθηκε σε έναν βράχο και προσπάθησε να δει από κει τα τελευταία φώτα της πόλης αλλά δεν είδε τίποτα. Είδε στα δεξιά του το χωριό, παγωμένο κι ακίνητο σαν σκήνωμα αγίου και πάνω του η κορυφή, στέκονταν ανάμεσα στον ουρανό και στο χώμα, τυλιγμένη με το χάραμα και τα σύννεφα, μοιάζαν να μην κινούνται, δεμένα μαζί της, γκρίζα άλογα πέτρινης άμαξας. Κι άρχισε να βαδίζει πιο γρήγορα. Δεν ήξερε τι έψαχνε να βρει, τι ήταν αυτό που τον έκανε τώρα να βαδίζει εκεί πάνω. Ένα όνειρο μόνο, μα δεν θυμόταν τι χε δει.
Ήταν μεσημέρι όταν έφτασε κι ο ήλιος του καιγε τα μάτια. Έψαξε να βρει ένα σημάδι, κάτι που να μαρτυρά θεό ή άνθρωπο ή αγρίμι, αλλά δεν βρήκε τίποτα, μόνο βράχια και ξερά χορτάρια και μόνη κίνηση σαν να κυματίζει στο νερό η σκιά του. Δεν χάνονται έτσι οι άνθρωποι ψιθύρισε κι ύστερα είδε τον ήλιο και γύρω από την κορυφή τα σύννεφα σαν χιόνι∙ δεν μπορούσε να δει πέρα από αυτά, το χωριό, τον δρόμο, την πόλη. Και ολόγυρα σιωπή. Μακάρι να χε έρθει μαζί του, σκέφτηκε, αλλά δεν ήρθε. Μόνος. Μύρισε τον άνεμο, μια παγωμένη μυρωδιά χώματος και πέτρας κι υγρασίας κι ύστερα άγγιξε τα βράχια, έγειρε στο χώμα και κοιμήθηκε. Στο όνειρο θυμήθηκε το όνειρο, ίσως να ναι καλύτερα έτσι, σκέφτηκε, και στις σκιές έμεινε ακίνητος.

Advertisements